Πριν μερικές δεκαετίες τότε που δεν υπήρχε στις πόλεις δίκτυο ύδρευσης αλλά ούτε και πολλές βρύσες, οι άνθρωποι αγόραζαν το νερό που, φυσικά, δεν ήταν εμφιαλωμενο όπως σήμερα.
Η αναγκαιότητα του νερού δημιούργησε και το επάγγελμα του νερουλά. Κάθε γειτονιά τότε είχε και το νερουλά της.
Τον πρώτο καρό η μεταφορά του νερού γινόταν με τενεκέδες. Γέμιζε ο νερουλάς από μία
κεντρική βρύση τους τενεκέδες, τους έδενε έπειτα σ’ ένα γυρτό ξύλο και τους κουβαλούσε στον ώμο.
Για να εξυπηρετήσει όλη του την πελατεία, έκανε πολλά δρομολόγια. Στους δρόμους απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ.
Αλλες φορές αντί για τενεκέδες, κουβαλούσε μεγάλα μπακιρένια γκιούμια.
Με τον καιρό, όμως, κι επειδή οι ανάγκες των ανθρώπων πολλαπλασιάστηκαν, κουβαλούσε μαζί του κάποιο ζώο (γαϊδούρι ή μουλάρι), το οποίο φόρτωνε με μεγάλα ξύλινα βαρέλια των 30 οκάδων περίπου το καθένα. Έτσι, κουραζόταν λιγότερο. Αυτά τα βαρέλια είχαν μια κάνουλα και από ‘κεί γέμιζε ο νερουλάς τις κανάτες της νοικοκυράς. Άλλοι νερουλάδες πάλι χρησιμοποιούσαν βοϊδάμαξες, με τις οποίες μετέφεραν βαρέλια των 100 οκάδων. Αυτοί πωλούσαν το νερό με τον κουβά για οικιακή χρήση (πλύσιμο καθαριότητα).
Αυτή η δουλειά γινόταν από την άνοιξη και μέχρι το φθινόπωρο. Το χειμώνα ο κόσμος έπαιρνε νερό από τα ρυάκια που σχηματίζονταν από τις βροχές και τα χιόνια.
Όλα αυτά γίνονταν στις πόλεις. Γιατί στην ύπαιθρο δεν υπήρχε πρόβλημα. Σε κάθε χωριό υπήρχαν 2-3 βρύσες και από εκεί εξυπηρετούνταν οι άνθρωποι.
Νερουλάδες στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’30. Τότε αντικαταστάθηκαν από υδροφόρες του Δήμου. Μεγάλα βυτία, δηλαδή, που μετέφεραν το νερό στις συνοικίες του υδραγωγείου. Σταδιακά, βέβαια, ο Οργανισμός Ύδρευσης άρχισε να εφοδιάζει όλα τα σπίτια με νερό.
Στις Συκιές, σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιών κατοίκων, τη δεκαετία του ’20 η υδροδότηση γινόταν από τις πηγές του Χορτιάτη. Υπήρχαν, όμως, σε ορισμένα σημεία βρύσες, απ’ όπου προμηθεύονταν οι κάτοικοι το νερό. Θα θυμούνται οι παλαιότεροι Συκιώτες, αναπολώντας τα περασμένα, πώς ήταν και πώς έγινε αυτός ο τόπος.
*Πηγή: Β. Σαρησάββας – Παραδοσιακά επαγγέλματα
Ο πιο διάσημος νερουλάς της χώρας μας ήταν ο Σπύρος Λούης, από το Μαρούσι.
Αυτός ήταν συνηθισμένος να κάνει πολλά χιλιόμετρα καθημερινά, προκειμένου να μοιράζει το νερό, είχε και μεγάλη αντοχή στο τρέξιμο, έτσι όταν του πρότειναν να λάβει μέρος στον μαραθώνιο δρόμο (στους πρώτους ολυμπιακούς αγώνες – 1896) δέχτηκε αμέσως.
Το αποτέλεσμα ήταν να βγει πρώτος, προσπερνώντας μεγάλα αθλητικά ονόματα της εποχής, και να κερδίσει τον τίτλο του πρώτου Έλληνα ολυμπιονίκη της σύγχρονης εποχής.
Μια ιστορία λέει πως όταν κέρδισε την πρώτη θέση στον μαραθώνιο, ο τότε βασιλιάς Γεώργιος προσφέρθηκε να του χαρίσει ό,τι δώρο ήθελε. Ο Λούης, σεμνός και προσγειωμένος, του απάντησε: «Ένα γαϊδουράκι θέλω μόνο, για να με βοηθάει να κουβαλάω το νερό»!
(Πηγή:http://krasodad.blogspot.gr)

Τα παλιά χρόνια ο μπαρμπέρης ήταν υπαίθριο επάγγελμα. Εντόπιζαν ένα καλό μέρος όπου δε φυσούσε, έστηναν την πολυθρόνα και δούλευαν εκεί. Αργότερα στεγάστηκαν στα καφενεία, μιας και τα κουρεία ήταν ταυτόχρονα και στέκια. Μαζευόντουσαν εκεί οι άντρες, κουβέντιαζαν και διάβαζαν εφημερίδα. Καμιά φορά έλεγαν και παραμύθια, γιατί οι περισσότεροι κουρείς ήταν και καλοί παραμυθάδες.
Ο παραδοσιακός κουρέας είχε την χειροκίνητη μηχανή, ψιλή ή χοντρή για μαθητές, το καλοτροχισμένο ψαλίδι, το λουρί για το τρόχισμά του. Σε μια πρόκα ήταν καρφωμένα τα χαρτάκια για να σκουπίζει τις σαπουνάδες. Δίπλα είχε το δοχείο με το κόκκινο λάστιχο που μέσα έβαζε το χαρτάκι για να σκουπίζει το ξυράφι. Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε ο αφρός ξυρίσματος, αλλά το παραδοσιακό σαπούνι όπου δημιουργούσε τη σαπουνάδα και είχαν την αρωματική πούδρα για πασπάλισμα του σβέρκου. Επίσης δεν υπήρχε λακ, αλλά το μπριλ γκημ για το συγκράτημα των μαλλιών. Στον τοίχο ήταν κρεμασμένη η νιφτήρα και από κάτω η λεκάνη για να κρατάει τα μοσχομυρισμένα από τις πούδρες βρωμόνερα. Όταν άδειαζε η λεκάνη στο πεζοδρόμιο, μοσχοβολούσε ο τόπος.
Ο μπαρμπέρης εκτός από την τέχνη του κουρέματος και του ξυρίσματος, έκανε και τον πρακτικό γιατρό ή τον οδοντογιατρό, ανάλογα με το πώς τον καλούσε η ανάγκη.
Όταν ο κουρέας έπρεπε να βγάλει ένα σάπιο δόντι, κάθιζε τον πελάτη στην πολυθρόνα, έδενε μια μεγάλη πετσέτα ολόγυρα στο λαιμό του πελάτη, και έβαζε τα καλφαδάκια (βοηθούς) να τον κρατάνε σφικτά. Ύστερα έπαιρνε μια τανάλια και με ένα τράβηγμα ξερίζωνε το δόντι. Αν ο πελάτης λιποθυμούσε από τον πόνο, ο κουρέας του έριχνε μια κανάτα νερό για τον συνεφέρει. Ύστερα έφτιαχνε αλατόνερο και με αυτό απολύμανε την πληγή και σταματούσε την αιμορραγία.
Σε κάποια ορεινά χωριά, ο οδοντογιατρός – μπαρμπέρης χρησιμοποιούσε για την εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού ένα φυτό που το λένε σκάρφη. Ξέραινε τη ρίζα της σκάρφης και έβαζε απάνω στο δόντι ένα κομματάκι. Το φυτό αυτό είχε την ιδιότητα να λιώνει κυριολεκτικά το δόντι. Φυσικά μαζί με το χαλασμένο δόντι, συχνά καταστρέφονταν και τα γερά. Όταν ο κουρέας ήθελε να σφραγίσει ένα δόντι, το σκάλιζε στο σημείο που ήταν σάπιο με ένα λεπτό σύρμα. Το καθάριζε καλά και ύστερα έλιωνε ασήμι, το έκανε μπαλάκι και το τοποθετούσε στην κουφάλα του δοντιού.
Παράλληλα με το επάγγελμα του οδοντογιατρού, ο κουρέας έκανε και τον πρακτικό γιατρό. Όταν κάποιος είχε ζαλάδα λόγω υπέρτασης, πήγαινε στον κουρέα να του πάρει αίμα. Ο κουρέας ξάπλωνε τον ασθενή στην πολυθρόνα και του ξύριζε ίσαμε μια δεκάρα την κορυφή του κεφαλιού. Στη συνέχεια του χάραζε με ένα ξυραφάκι το σημείο του δέρματος. Μόλις άρχιζε να αναβλύζει το αίμα, έπαιρνε ένα κέρατο από βόδι, ακουμπούσε το ένα άκρο στην πληγή και από το άλλο άκρο ρουφούσε το αίμα και το έφτυνε σε μια λεκάνη. Με τον τρόπο αυτό τραβούσε ως και δύο ποτήρια αίμα και ο άρρωστος ξαλάφρωνε.
Μέσα στα καθήκοντα του πρακτικού γιατρού ήταν και το κόψιμο των βεντουζών. Όταν κάποιος κρυολογούσε φώναζε τον κουρέα να του κόψει βεντούζες. Στην αρχή ο κουρέας κρατώντας μια μια τις βεντούζες τις ζέσταινε λίγο στο δαυλό που κρατούσε στο ένα χέρι και με το άλλο τοποθετούσε τη βεντούζα στην πλάτη του αρρώστου. Αφού προκαλούσε υπεραιμία, έβγαζε το τσάρκι (ένα μηχάνημα με ξυραφάκι) και με αυτό χάραζε την πλάτη του αρρώστου στα σημεία που είχε προηγουμένως σημειώσει με σταυρό. Μόλις άρχιζε να αναβλύζει το αίμα, ο κουρέας έβαζε πάνω στην πληγή τη ζεστή βεντούζα για να τραβήξει το «χαλασμένο αίμα» όπως έλεγαν. Ύστερα για να μη μολυνθούν οι πληγές, ο πρακτικός γιατρός έβαζε πάνω στις πληγές λίγο ελαιόλαδο και τις σκέπαζε με ένα καθαρό πανί.
(Πηγή: entre.gr)
(Φωτό: 1967)


Ο αυγουλάς μάζευε αυγά από τα νοικοκυριά και τα πουλούσε στις πόλεις!

Οφέλη του αυγού στην υγεία μας
Τα τελευταία χρόνια πολυάριθμες έρευνες έχουν δείξει ότι το αυγό έχει ευεργετικές ιδιότητες για τον οργανισμό. Οι πιο σημαντικές είναι οι παρακάτω:
Βοηθάει στην διατήρηση υγιούς βάρους καθώς έχει μεγάλη ικανότητα κορεσμού λόγω των πρωτεϊνών που περιέχει.
- Οι πρωτεΐνες του αυγού βοηθούν στην αποκατάσταση του μυικού ιστού των αθλητών αλλά και στην αποφυγή μυικής απώλειας στους ηλικιωμένους.
- Η χολίνη που περιέχει ο κρόκος του αυγού είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την εγκεφαλική λειτουργία στους ενήλικες ενώ συντελεί στην σωστή ανάπτυξη του εγκεφάλου των εμβρύων.
- Η λουτείνη και η ζεαξανθίνη, δύο αντιοξειδωτικά που περιέχονται στον κρόκο του αυγού βοηθούν στην πρόληψη της εκφύλισης της ωχράς κηλίδας, μίας ασθένειας των ματιών που οδηγεί σε τύφλωση.

(Φωτό: David Hume, 1964)

Βελτιώνουν την πέψη
Τα φιστίκια Αιγίνης είναι μια εξαιρετική πηγή φυτικών ινών και οι φυτικές ίνες μπορούν, ως γνωστόν, να βοηθήσουν στη ρύθμιση ακόμα και του πιο προβληματικού πεπτικού συστήματος. Αν αντιμετωπίζετε φούσκωμα, δυσκοιλιότητα, διάρροια ή άλλα πεπτικά προβλήματα, κάντε τα φιστίκια μέρος της τακτικής διατροφής σας. Μπορεί να εκπλαγείτε με το πόσο γρήγορα μπορείτε να ρυθμίσετε το πεπτικό σας σύστημα.
Υποστηρίζουν την υγεία της καρδιάς
Αν είστε σε κίνδυνο για καρδιακή νόσο, τα φιστίκια μπορούν να σας βοηθήσουν να διατηρήσετε την υγεία της καρδιάς σας υπό έλεγχο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα φιστίκια Αιγίνης μπορούν να μειώσουν με φυσικό τρόπο τη χοληστερόλη σας. Οταν συνδυαστούν με χαμηλής θερμιδικής αξίας δίαιτα μπορεί να σας βοηθήσουν να μειώσετε μόνιμα τη χοληστερόλη σας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα φιστίκια Αιγίνης έχουν L-αργινίνη που βελτιώνει την ελαστικότητα των αρτηριών σας, μειώνοντας τον κίνδυνο για πιθανώς θανατηφόρους θρόμβους στο αίμα.
Βοηθούν στην απώλεια βάρους
Τα σνακ είναι ένα σημαντικό μέρος της κάθε δίαιτας, αλλά πολύ συχνά οι άνθρωποι επιλέγουν σνακ υψηλής θερμιδικής αξίας, από τα οποία απουσιάζουν οι φυτικές ίνες. Η βοήθεια που προσφέρουν τα φιστίκια Αιγίνης στην απώλεια βάρους είναι ένα από τα πιο γνωστά οφέλη για την υγεία. Επειδή είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, μπορείτε να αισθάνεστε χορτάτοι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, όταν επιλέγετε τα φιστίκια από κάποιο άλλο σνακ. Επιπλέον, τα φιστίκια Αιγίνης έχουν χαμηλό αριθμό θερμίδων, ιδίως σε σύγκριση με άλλους ξηρούς καρπούς.
Προστατεύουν από το διαβήτη τύπου 2
Ο διαβήτης είναι μια επικίνδυνη ασθένεια που μπορεί να αλλάξει εντελώς τον τρόπο που ζείτε τη ζωή σας. Ωστόσο, ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να προληφθεί, ειδικά όταν προσθέσετε τα φιστίκια Αιγίνης στη διατροφή σας. Τα φιστίκια αυτά έχουν πολύ φώσφορο και μάλιστα ένα φλιτζάνι μπορεί να σας προσφέρει το 60% της συνιστώμενης ημερήσιας πρόσληψης. Ο φώσφορος μπορεί να συμβάλλει στο να διασπάσει τις πρωτεΐνες σε αμινοξέα και ακόμα να υποστηρίξει το σώμα σας στη δυσανεξία από τη γλυκόζη.
Καταπολεμούν τις ασθένειες των ματιών
Δεδομένου ότι τα προβλήματα όρασης είναι πολύ πιθανό να επηρεάσουν τους ανθρώπους, καθώς μεγαλώνουν, τα φιστίκια Αιγίνης μπορούν να βοηθήσουν επειδή περιέχουν λουτεΐνη και ζεαξανθίνη. Αυτά τα καροτενοειδή λειτουργούν σαν αντιοξειδωτικά, προστατεύοντας τους ιστούς του σώματός σας από τη ζημία που προκαλείται από τις ελεύθερες ρίζες. Αυτό οδηγεί σε μια συνολική μείωση της εκφύλισης της ωχράς κηλίδας.
Υποστηρίζουν ένα υγιές νευρικό σύστημα
Το νευρικό μας σύστημα επηρεάζει σχεδόν όλα όσα κάνουμε κι αυτός είναι ένας λόγος να καταναλώνουμε φιστίκια Αιγίνης, επειδή περιέχουν πολλή βιταμίνη Β6 που απαιτείται από το σώμα για να απορροφήσει τα αμινοξέα. Η βιταμίνη Β6 είναι επίσης σημαντική επειδή δημιουργεί μυελίνη, το περίβλημα που περιβάλλει τις νευρικές ίνες. Αυτό βοηθά τα νεύρα να επικοινωνούν πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά.
Βελτιώνουν το αίμα σας
Το υγιές αίμα μπορεί να σας κάνει να αισθάνεστε λιγότερο κουρασμένοι και να σας αφήσει λιγότερο ευάλωτους σε τραυματισμούς και ασθένειες. Καθώς τα φιστίκια Αιγίνης αποτελούν φυσική πηγή βιταμίνης Β6, βοηθούν το σώμα να παράγει αιμοσφαιρίνη, ένα πολύ σημαντικό συστατικό στο αίμα. Αυτό οδηγεί σε αύξηση της υγείας του αίματος και μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευεργετικό γεγονός για τις γυναίκες που είναι επιρρεπείς σε αναιμία.
Ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα
Εκτός από την υποστήριξη του ανοσοποιητικού συστήματος και τη βελτίωση της υγείας του αίματος, η βιταμίνη Β6 μπορεί, επίσης, να βοηθήσει το ανοσοποιητικό σας σύστημα να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά. Μια ανεπάρκεια της βιταμίνης Β6 μπορεί να κάνει το ανοσοποιητικό πολύ αδύναμο για να καταπολεμήσει τις λοιμώξεις και τις ασθένειες. Πολλοί άνθρωποι δεν παίρνουν αρκετή βιταμίνη Β6 και αυτό μπορεί να διορθωθεί με την κατανάλωση φιστικιών Αιγίνης.
Κάνουν το δέρμα υγιέστερο
Τα θέματα του δέρματος μπορεί να σας κάνουν να φαίνεστε μεγαλύτεροι απ’ ό,τι πραγματικά είστε και αυτός είναι ένας λόγος που θα πρέπει να καταναλώνετε φιστίκια Αιγίνης που περιέχουν βιταμίνη Ε. Το δέρμα χρειάζεται τη βιταμίνη Ε, προκειμένου να καταπολεμήσει τις ελεύθερες ρίζες. Η βιταμίνη D σε συνδυασμό με την κατανάλωση φιστικιών Αιγίνης μπορεί να σας βοηθήσει να προστατευτείτε από τον καρκίνο του δέρματος και να καταπολεμήσετε τα σημάδια της γήρανσης.
Βοηθούν τα μαλλιά να δείχνουν υγιή και πυκνά
Η ποικιλία των λιπαρών οξέων που περιέχουν τα φιστίκια Αιγίνης μπορεί να τονώσει την ανάπτυξη πυκνών και υγιών μαλλιών. Επιπλέον, τρώγοντας φιστίκια Αιγίνης μπορείτε να ενισχύσετε τις τρίχες που ήδη έχετε. Τα φιστίκια Αιγίνης είναι, επίσης, μια καλή πηγή βιοτίνης, μιας χημικής ουσίας που μπορεί να αποτρέψει την τριχόπτωση.
(Πηγή: www.medinova.gr)
  

Η μία άκρη του πέτσινου λουριού πιασμένη από τη ζώνη της μέσης γερά και η άλλη  δεμένη στον καρπό του χεριού. Ανάμεσα στο λουρί, 300 τόσα  φύλλα εφημερίδων, ένας ασήκωτος όγκος, πήγαιναν χιλιόμετρα κάθε μέρα φτάνοντας σε κάθε πόρτα νοικοκύρη…
-Εφημερίδεεες!! Παράρτημααα..!! Εκτακτα γεγονότα!
Σήμερα, τίποτα απ όλα αυτά. Κάθεσαι  ήσυχα – ήσυχα στον καναπέ κι όπως παρακολουθείς το σίριαλ, τσάκ σου κόβει το πρόγραμμα και εμφανίζεται ο τίτλος:
«Έκτακτο δελτίο..»  
Έτσι απλά. Αυτό είναι όλο. Βλέπεις τα πάντα, μαθαίνεις τα πάντα μέσα σε δύο λεπτά.
Δεν  υπάρχουν πια οι εφημεριδοπώλες που φώναζαν στο δρόμο:
Παράααρτημααα!! Καταδικάστηκε η μητριά που σιδέρωνε τη Σπυριδούλαααα! Ο Παπανδρέου στ ανάκτορααα!»
  Δεν υπάρχει πια ο μπάρμπα-Διαμαντής, ο Καράκαλος και τόσοι άλλοι που είχαν…τρέξει στη Βοστώνη!  Ήταν μαραθωνοδρόμοι. Αθλητές. Τότε η εφημερίδα πουλιόταν στο χέρι. Και τροχάδην. Έμπαιναν μέσα στα σπίτια, άνοιγαν όλες οι πόρτες διάπλατα. Είχαν επαφή με τον κόσμο. Με όλο τον κόσμο. Μέχρι και στου Μαξίμου έμπαιναν και άφηναν εφημερίδα! Σήμερα εκεί απ έξω «παραμονεύουν» τα κανάλια!  Ούτε ως…συνταξιούχοι δεν πλησιάζουν οι εφημεριδοπώλες!!
-  Θυμάμαι, αφηγείται ο παλαίμαχος  εφημεριδοπώλης, επίτιμος σήμερα πρόεδρος της Ένωσης Εφημεριδοπωλών Πειραιώς, Χρήστος Μητρόγιαννης,  που συναντούσα στην οδό Φίλωνος τη γυναίκα του Αμπατιέλου και της έδινα εφημερίδα. Αλλά επειδή την παρακολουθούσε η Ασφάλεια, εγώ  έβγαζα και της έδινα την «Ακρόπολη». Που να φανταστούν οι ασφαλίτες ότι μέσα είχα από πριν διπλώσει… την «Αυγή»! Θυμάμαι τις αντιδράσεις του κόσμου όταν φωνάζαμε στο δρόμο ότι εκτελέστηκε ο Μπελογιάννης και οι άλλοι. Θυμάμαι ακόμη μια χαρακτηριστική περίπτωση του τότε πρωθυπουργού Πλαστήρα που έγινε είδηση. Όταν επέστρεψε από κάποιο ταξίδι στο εξωτερικό, είπε ο τελωνειακός «τίνος είναι αυτές οι βαλίτσες, του πρωθυπουργού; Καλά μην τις ανοίγετε. Να περάσουν»! Το μαθε ο Πλαστήρας, ρώτησε «ποιος έδωσε τέτοια εντολή;» Του είπαν «ο διευθυντής του τελωνείου». «Να ανοιχτούν οι βαλίτσες μου, είπε ο Πλαστήρας και να περάσει πειθαρχικό ο τελωνειακός!» Έ, αυτό έγινε…παράρτημα και κυκλοφόρησε. Τα παραρτήματα  ήταν απανωτά. Οι τότε μεγάλοι εφημεριδάδες, ο Γιώργος Βλάχος, ο Δημ. Λαμπράκης, η Ελένη Βλάχου, ο Τζώρτζης Αθανασιάδης, ο Παπαγεωργίου της «Αθηναϊκής», είχαν συνδέσει τα συμφέροντά τους με μας. Τους δίναμε ιδέες για τις κυκλοφορίες. Εμείς ξέραμε ότι π.χ. στις 3 το πρωϊ  έφευγε το λεωφορείο με τους εργαζόμενους της Χαλυβουργικής και έπρεπε να είμαστε στην αφετηρία για να πουλήσουμε τις εφημερίδες! Όταν μια εφημερίδα είχε πτώση, αμέσως μας καλούσαν και μας ρωτούσαν τι φταίει…Μας συμβουλεύονταν κατά κάποιο τρόπο.
-  Έβλεπα τον αναγνώστη στα πενήντα μέτρα και ετοίμαζα την εφημερίδα, λέει ένας άλλος παλιός εφημεριδοπώλης, ο σημερινός πρόεδρος των εφημεριδοπωλών, Πειραιώς,  Αργύρης  Δρακόπουλος. Ήξερα τι διαβάζει ο καθένας. Θυμάμαι επί Χούντας, όταν ήλθε η Ασφάλεια και κατάσχεσε μια μέρα το «Έθνος» και τη «Βραδυνή». Είπαν, μην τα κυκλοφορήσετε. Εμείς όμως είχαμε πάρει τα φύλλα  και δεν μπορούσαν να μας βρουν στα στενά που εξαφανιζόμασταν. Κατάσχεσαν τα φύλλα στα σημεία πώλησης. Εμείς όμως είχαμε ήδη ξεπουλήσει!!
-  Όταν ένας γνωστός δημοσιογράφος είχε άρθρο, παρεμβαίνει ο ΧρήστοςΜητρόγιαννης,  ανέβαινε η κυκλοφορία 25 με 30%. Ο Γιώργος Βλάχος συμβουλευόταν τον εφημεριδοπώλη, ποια μέρα…θεωρούσε κατάλληλη για να βγάλει ένα-δύο άρθρα που ήθελε. Πουλούσα 650 φύλλα στην αμασχάλη!
  Τότε οι εφημερίδες έβγαιναν τρεις φορές την εβδομάδα 4σέλιδο, τρεις φορές 6σέλιδο και μόνο την Κυριακή 12σέλιδο…
  Τον Χρήστο Μητρόγιαννη φαίνεται δεν τον αφήνει το επάγγελμα. Μετά από 50 ολόκληρα χρόνια δουλειάς (άρχισε στα 14 να πουλάει εφημερίδες, το 1947) έρχεται τώρα συνταξιούχος κάθε πρωϊ να πιει  τον καφέ του στη διανομή του πρακτορείου και να βοηθήσει τους συναδέλφους του.
-Σκληρές εποχές για τον εφημεριδοπώλη τότε…
-Και από τα πιο σκληρά επαγγέλματα. Χωρίς προσωπική ζωή, στο κρύο , το χιόνι , τη βροχή, από τα άγρια χαράματα, όταν οι άλλοι πήγαιναν για ύπνο, εμείς ξεκινούσαμε φορτωμένοι.
  Ένας άλλος παλαίμαχος εφημεριδοπώλης, ο Γιώργος Ταμουρατζής,γελάει ξαφνικά, καθώς ακούει τους συναδέλφους του.
-  Θυμάμαι, λέει, έναν αναγνώστη που έφτασε μέχρι τη…Θήβα πίσω από το αυτοκίνητο του πρακτορείου για να πάρει την εφημερίδα του, επειδή έμαθε ότι κατάσχονται τα φύλλα! Ήταν, θυμάμαι, στη Χούντα, τη μέρα που η «Βραδυνή» είχε βγει με τον πρωτοσέλιδο τίτλο «ΟΧΙ…» 
   Εγώ ξεκίνησα το ΄57, συνεχίζει. Πούλησα εφημερίδες στον Ανένδοτο του Γεωργίου Παπανδρέου. Μετά ήλθε η Χούντα, κατασχέσεις φύλλων, συλλήψεις, κρυφές πωλήσεις, άστα.
-  Πόσα…χιλιόμετρα έκανες κάθε μέρα φορτωμένος;
-  Δρομολόγιο με τα πόδια. Με το πρώτο καϊκι στη Σαλαμίνα, ξεκινούσα από τα Παλούκια, έπιανα το συνοικισμό όλο, ανέβαινα στα Αμπελάκια, κατέβαινα στο Καματερό… Με βροχή, με κρύο. Τότε φώναζες, «διαλαλούσες» το έγκλημα και έπεφτε ο κόσμος να πάρει εφημερίδα. Τη Σπυριδούλα που σιδέρωνε η μητριά της, την καλόγρια τη Σωφρονία  που σκότωσε τον καλόγερο. Σήμερα έχουν γίνει τόσα πολλά τα εγκλήματα που δεν συγκινείται πια κανένας!!
  Ο Δημήτρης Πισιμίσης  πιο κει στον πάγκο δουλεύει ακόμα. Σταματάει το ξεφόρτωμα των εντύπων μια στιγμή για να πάρει μέρος στη συζήτηση.
-  Φωνάζαμε τον πρωτοσέλιδο τίτλο της εφημερίδας «ο Παπανδρέου στα ανάκτοραααα..» κι έτρεχαν όλοι να αγοράσουν. Τι να φωνάξω σήμερα; Έχουν…ισοπεδωθεί οι ειδήσεις! Ξεκίνησα το ΄65. Με το λεωφορείο τρία δέματα στον ώμο, δύο στη ζωστήρα και μια εφημερίδα στον οδηγό για να…ανοίγει κάθε τόσο να πετάμε τα δέματα στο περίπτερο! Οι πιο πολλοί οδηγοί ήξεραν και μου το θύμιζαν: «Το δέμα του Γιώργου, το πετάω… Του τάδε δεν το πετάξαμε!» Μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο πουλούσαμε εφημερίδες. Πάσχα ανήμερα, το βράδυ της Ανάστασης…Όπως είχα τις εφημερίδες στη ζωστήρα με το λουρί, ήξερα που είναι το κάθε φύλλο και το τραβούσα χωρίς να βλέπω. Γρήγορα. Διαβάζονταν πάρα πολύ τα άρθρα των επωνύμων δημοσιογράφων. Υπήρχαν έρευνες, σαρωτικά ρεπορτάζ που τα διάβαζε ο κόσμος.
Πιο κει ο Αργύρης Δρακόπουλος προσπαθεί να σηκώσει ένα μεγάλο δέμα με εφημερίδες. Μουρμουρίζει:  «Έβαζα 150 φύλλα στο λουρί την κάθε φορά. Πόσα να βάλω σήμερα με τέτοιο βάρος; 64 σελίδες και…5 ένθετα το κάθε φύλλο  πια!»
  Είχατε φανατικούς αναγνώστες;
-  Βεβαίως , τους γνωρίζαμε έναν-έναν  και τους σεβόμασταν. Κάναμε κοινωνικό λειτούργημα.   
  Σήμερα προσπαθούμε να μάθουμε τους νέους να σέβονται τον αναγνώστη και το μεροκάματο. Εδώ με τα χιόνια παρέλυσε η κρατική μηχανή αλλά οι εφημερίδες έφτασαν στην πιο μακρινή περιοχή και στην ώρα τους παρακαλώ.
Ρωτάμε πάλι τον παλαιότερο, τον βετεράνο τον  Χρήστο Μητρόγιαννη.
-  Πόσες φορές έτυχε να συλληφθείς;
-  Πολλές. Μ αυτόν τον μεταξικό νόμο περί Τύπου βρέθηκα πολλές φορές στα κρατητήρια, επειδή έβγαινα 10 λεπτά νωρίτερα από τις 12 το μεσημέρι να πουλήσω εφημερίδες. Κάποτε ένας εισαγγελέας ρώτησε τον αστυφύλακα που με πήγε ενώπιόν του «πάει καλά το ρολόϊ σου αστυφύλαξ;» Και μετά με έδιωξε!! Πήγαιναν οι αστυφύλακες και κάθονταν στις εισόδους των πολυκατοικιών. Όταν βγαίναμε, μας πιάνανε…
Ο μισθός τουλάχιστον ήταν αξιοπρεπής;
-  Όχι. Με δυσκολία ζούσαμε την οικογένειά μας. Θυμάμαι, πρέπει να ήταν το 1947,  επί κυβερνήσεως Τσαλδάρη, ο εφημεριδοπώλης έπαιρνε  22% μικτά και ο Τσαλδάρης το έκανε 20%. Κάποια μέρα λοιπόν που έτρωγε αυτός στο Μικρολίμανο, γύριζε ο Κολιτσόπουλος (τότε Ταμίας της Ένωσής μας) φώναζε «εφημερίδεεες», ζήτησε μία ο Τσαλδάρης. Του δίνει την εφημερίδα αλλά ταυτόχρονα του λέει «κύριε πρόεδρε μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;» Έβαλε το ένα πόδι επάνω σε μια καρέκλα για να δείξει το παπούτσι του, ακούμπησε και τον όγκο των εφημερίδων στο τραπέζι για να ξεκουράσει το χέρι του και του είπε: «Τι  ζήλεψες από τους εφημεριδοπώλες και μας αφαίρεσες το 2%;  Τα χιτλερικά άρβυλα που φοράμε για τη  βροχή και το  κρύο…;»


  Σήμερα, όσοι απέμειναν και… επιμένουν να μοιράζουν τις εφημερίδες, δεν φορούν τέτοια άρβυλα! Έχουν ένα μηχανάκι ή ένα μικρό αυτοκίνητο με το οποίο μπορεί να κάνουν  δεύτερο δρομολόγιο (συμβαίνει συχνά) 30 χιλιομέτρων για να πάνε  έστω και δύο-τρία φύλλα.  Ζητούν λοιπόν να τους επιτραπεί η πετρελαιοκίνηση. Αλλά ποιος θα τους ακούσει;  Ο…Τσαλδάρης;
(Πηγή: Γιάννης Κριτσαντώνης, www.styx.gr)

Το χώμα είναι ένα φυσικό υλικό το οποίο είναι διαθέσιμο σε όλο τον πλανήτη και έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή κτιρίων από τις απαρχές του πολιτισμού.  Ακόμα και στις μέρες μας, το εν δεύτερο του πληθυσμού της γης διαμένει σε σπίτια από χώμα, στις αναπτυσσόμενες μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους.  Έχει αποδειχθεί αδύνατο να εξυπηρετηθούν οι τεράστιες ανάγκες για στέγαση στις αναπτυσσόμενες χώρες, με βιομηχανικά υλικά όπως τούβλα, σκυρόδεμα και ατσάλι, αλλά ούτε και με βιομηχανικές τεχνικές κατασκευής.  Έτσι το χώμα είναι είναι το πιο σημαντικό οικοδομικό υλικό.
Μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα υλικά συναντάται σε διάφορες μορφές σε κατασκευές κατοικιών αλλά και μεγαλύτερων κτιρίων στην αρχαία Μεσοποταμία, την Αίγυπτο, το Μεξικό και την Ινδία. Οι διάφορες τεχνικές που αναπτύχθηκαν, εξελίχθηκαν δίνοντας έργα αρχιτεκτονικής υψηλής αξίας.
Στις μέρες μας λόγω κυρίως της οικολογικής ευαισθητοποίησης, οι κατασκευές από χώμα αναβιώνουν επιζητούνται λύσεις μη ενεργειοβόρες, που να ανταποκρίνονται σε σύγχρονες απαιτήσεις.  Το χώμα αναδεικνύεται το ιδανικό οικοδομικό υλικό.  Σταδιακά οι τεχνικές του διαδίδονται, υιοθετούνται και πλέον τα κτίρια σχεδιάζονται και από αρχιτέκτονες.  Οι κατασκευές από χώμα είναι κατεξοχήν η λαϊκή ανώνυμη αρχιτεκτονική όλης της γης.  Η πιο γνωστή μορφή του χώματος ως οικοδομικού υλικού είναι η ωμή πλίνθος.  Η πλίνθος είναι γνωστή στην Ελλάδα από την αρχαιότητα.

(Πηγή:www.greekarchitects.gr)
(Φωτό: 1950-1960)

Σήμερα όταν λέμε τσαγκάρης εννοούμε τον τεχνίτη που επιδιορθώνει τα χαλασμένα μας παπούτσια. Πολλοί τσαγκάρηδες(παπουτσήδες) γύριζαν τις γειτονιές και μάζευαν παπούτσια για επιδιόρθωση. Δηλαδή ήταν μπαλωματήδες

Πριν χρόνια όμως, ο τσαγκάρης τα έφτιαχνε ο ίδιος  απ’ την αρχή.

Το τσαγκαράδικο, ο χώρος όπου ήταν στημένος ο πάγκος του με όλα τα σύνεργα, ήταν ανοιχτό απ’ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Στον πάγκο βρίσκονταν, βελόνεςσακοράφες,σουβλιάσφυράκιαλίμεςτανάλιες καλαπόδια, που έβαζε μέσα στο παπούτσι. Δεν υπήρχαν τότε κόλες και μηχανές. Εκεί, σκυμμένος  πάνω από τον πάγκο του, δούλευε ώρες ατελείωτες φορώντας πάντα τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Εκεί δεχόταν και τις παραγγελίες των πελατών του.

Στις μεγάλες πόλεις υπήρχαν μεγάλα τσαγκαράδικα, όπου δούλευαν πολλοί τσαγκάρηδες, μαζί με καλφάδες και τσιράκια. Τα τσαγκαράδικα αυτά δέχονταν μεγάλες παραγγελίες και για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των πελατών, δούλευαν ασταμάτητα. Ένα ζευγάρι παπούτσια, τότε κόστιζαν σχεδόν μια χρυσή λίρα, για να φτιαχτούν χρειάζονταν 2-3 ημέρες δουλειά. Είχαν φυσικά στη διάθεση τους και μερικά μέσα, όπως ποδοκίνητες μηχανές, για να ράβουν γρηγορότερα τα παπούτσια.
(Πηγή:3lyk-n-filad.att.sch.gr)
(Φωτό:National Geographic, 1940)



 Ο λατερναζής ήταν πλανόδιος μουσικάντης. Κρατούσε στο χέρι έναν τρίποδα και στον ώμο τη λατέρνα καταστόλιστη και φοτωμένη με μπιχλιμίδια, χάντρες, φούντες και φώτογραφίες με όμορφες κοπέλες. Έτσι φωρτομένος γύριζε στούς δρόμους, την έστηνε σε κάποιο σταυροδρόμι, γύριζε τη μανιβέλα και γέμιαν μελωδίες οι γειτονίες. Η λατέρνα είναι ένα είδος έγχορδου μουσικού οργάνου, που αποτελείτε απο ένα κιβώτιο μέσα στο οποίο βρίσκεται ο μηχανισμός που εκτελεί τα μουσικά κομμάτια. Οι λατερνατζήδες έπαιζαν γνωστά μουσικά κομμάτια εκείνης της εποχής, μαζεύοταν ο κόσμος να ακούσει και μετά έριχναν στο αναποδογυρισμένο καπέλο του βοηθού τους, ότι είχε ευχαρίστιση ο καθένας. Με το που εμφανίστικε όμως το ραδιόφωνο και το γραμμόφωνο άρχισε η σταδιακή πτώση της, όσπου την αποτελείωσε η εποχή της δικτατορίας, κατά την διάρκεια της οποίας, απαγορεύτηκε η χρήση της λατέρνας επειδή θεωρήθηκε όργανο του υποκόσμου. Σήμερα δεν απέμειναν πολλές λατέρνες, και όσοι λατερνατζίδες εμφνίζονται, ρομαντικοί συνεχιστές του παρελθόντος, δυστυχώς αντιμετοπίζονατι υποτιμητικά απο τον περισσότερο κόσμο.
(Πηγή:oiliosoiliatorasotrelopexnidiatoras.blogspot.gr)

Αν και την παράδοση στη συλλογή των σφουγγαριών, την είχε κυρίως η Κάλυμνος, το«νησί των σφουγγαράδων» και η Σύμηυπήρχαν αρκετοί Ροδίτες που δούλευαν στα σφουγγαράδικα καΐκια Συμιακών, Καλύμνιων, Ροδιτών και άλλων Δωδεκανήσιων καπετάνιων.
Η δουλειά του σφουγγαρά ήταν από τις πιο δύσκολες και επικίνδυνες, αφού έπρεπε να καταδύονται σε βάθος από 18 μέχρι 50 μέτρα για να μαζέψουν τα σφουγγάρια.Οι σφουγγαράδες, εκτός από τον εξοπλισμό του ίδιου του καϊκιού, χρησιμοποιούσαν και εξειδικευμένο βοηθητικό εξοπλισμό όπως την καταδυτική στολή (σκάφανδρο), μεταλλικό κράνος,σχοινιάβαρίδιαμηχάνημα παροχής αέρα, τηνσκανταλόπετραθήκη για να τοποθετούν τα σφουγγάρια.
Ο σφουγγαράς φορούσε το σκάφανδρο, τα βαρίδια και στο τέλος το μεταλλικό κράνος, το οποίο συνδεόταν με ένα λάστιχο, το μαρκούτσο, με την συσκευή παροχής αέρα, που έπρεπε να δουλεύει όση ώρα βρισκόταν στο βυθό. Όταν ήταν έτοιμος να βουτήξει, έπιανε τη σκανταλόπετρα, έπεφτε στη θάλασσα και "περπατούσε" στο βυθό, ψάχνοντας για σφουγγάρια. Όταν μάζευε αρκετά, τραβούσε το σχοινί και οι βοηθοί του τον ανέβαζαν στην επιφάνεια. 
Σ' αυτή τη φάση, γίνονταν και τα περισσότερα ατυχήματα, γι' αυτό στο πόστο αυτό, έπρεπε να βρίσκονται έμπειροι σφουγγαράδες ώστε, να μην τον ανεβάζουν απότομα ώστε να προλαβαίνει να γίνεται η αποσυμπίεση και να μην παθαίνει ανεπανόρθωτες κινητικές βλάβες (νόσος των δυτών).
 
Όταν οι σφουγγαράδες επέστρεφαν στο νησί τους, στο λιμάνι τους υποδέχονταν από μακριά οι μανάδες και οι γυναίκες τους, ντυμένες στα μαύρα, αφού το πιο πιθανό ήταν να έχουν πεθάνει ή να έχουν μείνει ανάπηροι.
Τα σφουγγάρια που μάζευαν, τα έπλεναν για να τ' ασπρίσουν και τα διέθεταν στις αγορές για να πουληθούν. 
(Πηγήhttp://ma8ites-en-drasi.blogspot.gr)
(Φωτό:Βούλα Παπαϊωάννου)

*Το «Ντιρλαντά» έχει ένα ρυθμό που σε ξεσηκώνει. Σα να σε ζωντανεύει. Ένα τραγούδι χωρίς μουσικό τέλος. Ένας σκοπός που σου επιτρέπει να βάλεις ότι στίχο θέλεις. Σύμφωνα με ερευνητές της λαϊκής μουσικής, η γρήγορη ερμηνεία του μπορεί να οδηγήσει σε κατάσταση έκστασης. Ίσως γι” αυτό τραγουδιόταν συνεχώς στα καλυμνιώτικα σφουγγαράδικα. Για να κρατάει ξύπνιους και σε εγρήγορση τους δύτες και τους τροχαλητές με τον χαρακτηριστικό ρυθμό του. Κάποιοι λένε ότι οι σφουγγαράδες το τραγουδούσαν όλοι μαζί στους δύτες, όταν ανέβαιναν από τις καταδύσεις. Ήθελαν να τους κρατήσουν ξύπνιους και να αποφύγουν τη νόσο των δυτών. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το Ντιρλαντά το έλεγαν σε αυτόν που γύριζε τον τροχό της αντλίας, που έστελνε αέρα στον δύτη. Ο τρόχος γυρνούσε με δυσκολία και έτσι έδιναν ρυθμό στον τροχαλητή για να συνεχίσει. Η ζωή του δύτη κρεμόταν από αυτόν. Στην Κάλυμνο το τραγούδι υπάρχει και σε δεύτερη εκτέλεση, ακριβώς με τον ίδιο ρυθμό, αλλά αντί για Ντιρλαντά λέγεται «Πέντε και τέσσερα εννιά». Η λαϊκή παράδοση το κατατάσσει στα τραγούδια της Μπαρμπαριάς, δηλαδή ότι προέρχεται από λαούς της Βόρειας Αφρικής.... 

(Πηγή: www.mixanitouxronou.gr)

Οι καλαθάδες έπλεκαν τα καλάθια από βέργες λυγαριάς, που φύτρωναν κοντά στα ποτάμια και τα ρυάκια. Τα καλάθια ήταν διαφόρων ειδών και μεγεθών, ανάλογα με τη λειτουργία και τη χρήση τους. Υπήρχαν ειδικά καλάθια για τις μεταφορές των φρούτων, για το πλύσιμο των ρούχων, «θήκες» που προστάτευαν τις γυάλινες νταμιτζάνες (όπου έβαζαν το κρασί), καθώς και περίτεχνα λεπτοδουλεμένα καλάθια, που τα χρησιμοποιούσαν σε εθιμικές τελετές.. Η τέχνη της καλαθοπλεκτικής απαιτούσε μεγάλη πείρα, δεξιοτεχνία και ταχύτητα και τη μάθαινε κανείς κυρίως μέσα από την οικογενειακή παράδοση. Τα βασικά εργαλεία του καλαθοπλέκτη ήταν ο ξύλινος σχίστης, με τον οποίο έσχιζε τα καλάμια και ο κολαούζος για τη διάνοιξη της οπής όπου τοποθετούσε το χερούλι.
Τα καλάθια τα πουλούσαν στα χωριά γυρολόγοι πωλητές ή οι ίδιοι οι καλαθοπλέκτες, ενώ πολλά καλάθια κατασκευάζονταν κατόπι παραγγελίας από τον χρήστη. Τις τελευταίες δεκαετίες τα καλάθια απέκτησαν περισσότερο διακοσμητικό παρά χρηστικό ρόλο, εφόσον υποκαταστάθηκαν από το πλήθος των φτηνών πλαστικών και γυάλινων βιομηχανικών σκευών και η παραγωγή ειδών καλαθοπλεκτικής περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό, για να μην πούμε ότι έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
(Πηγή: www.ecomuseum.gr)
(Φωτό: Nelly's, 1927)

Φαινόμενο καθαρά ελληνικό, παγκόσμια πρωτοτυπία της χώρας μας, το περίπτερο αποτυπώνει την ίδια την ελληνική κοινωνία και τις τάσεις  κάθε εποχής, ενώ η ιστορία του αποτελεί ένα κομμάτι της καθημερινότητας των Ελλήνων για περισσότερο από έναν αιώνα. 
Τα περίπτερα  με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα εμφανίστηκαν μετά το 1821, αμέσως μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, πρώτα στο Ναύπλιο και έπειτα στην Αθήνα, ως μικρά καπνοπωλεία. Σιγά – σιγά τα προϊόντα που πωλούσαν πλήθαιναν και έβαλαν στις προθήκες τους μικροαντικείμενα και  το πρώτο φιλολογικό περιοδικό, το «Ίρις» με τιμή 25 λεπτά.
Οι λόγοι για την καθιέρωση και τη διάδοση των περιπτέρων  ήταν τρείς:  Καταρχήν η ανάγκη αποκατάστασης των αναπήρων και των τραυματιών των πολέμων. Από το 1889 ξεκίνησε η χορήγηση αδειών σε τραυματίες πολέμου και ο αριθμός των περιπτέρων μεγάλωσε κατά πολύ. Ορόσημο για την εξάπλωσή τους αποτέλεσαν ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Τότε η Ελλάδα γέμισε με ανάπηρους και τραυματίες πολέμου και η πολιτεία αναζητούσε έναν τρόπο για να τους συνδράμει. Καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να τους δώσει κανονικές συντάξεις αναπηρίας, η Πολιτεία προσέφερε στους ανάπηρους Πολέμου ως «προίκα» από ένα περίπτερο στον καθένα.
Ο δεύτερος λόγος ήταν για να μπορέσει το κράτος να ελέγξει  το καπνικό εμπόριο  και να το εντάξει σε ένα δίκτυο, ώστε να εξασφαλίσει έσοδα από τη φορολογία. Μέχρι τότε τσιγάρα χύμα και καπνό πουλούσαν  πλανόδιοι μικροπωλητές και ελάχιστα καπνοπωλεία, με αποτέλεσμα να χάνονται έσοδα για το κράτος. Το κράτος έδωσε στα περίπτερα το αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων  και δημιούργησε με ελάχιστο κόστος ένα φοροεισπρακτικό μηχανισμό, που του απέδωσε πολύ υψηλά έσοδα. Παράλληλα η  νομοθετική αυτή ρύθμιση είχε και κοινωνικό χαρακτήρα, πέραν του κρατικού ελέγχου, αφού χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν απασχόληση και έχτισαν τις ζωές τους είτε ως δικαιούχοι είτε ως ενοικιαστές είτε ως προμηθευτές αυτών των μικρών επιχειρήσεων.
Ο τρίτος λόγος ήταν η εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών. Σε μια εποχή που το εμπόριο δεν είχε αναπτυχθεί, πολυκαταστήματα δεν υπήρχαν και τα σημεία πώλησης ήταν λίγα, οι καταναλωτές μπορούσαν να βρουν στο περίπτερο της γειτονιάς τους είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης. Ένα μικρό, πρόχειρα κατασκευασμένο, ξύλινο κουβούκλιο με ελάχιστα προϊόντα προσπαθούσε να καλύψει τις ελάχιστες οικονομικές ανάγκες της εποχής. Το περίπτερο της γειτονιάς όμως ενώ ξεκίνησε δειλά- δειλά ως ένας μικρός εσωτερικός χώρος με ελάχιστα είδη, όπως τσιγάρα και μερικά ψιλικά, καρφίτσες, μπαχαρικά, καραμέλες, τσίχλες κ.α. , με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε και πήρε τη μορφή που βλέπουμε σήμερα με τα προϊόντα να αυξάνονται συνεχώς, όπως προστάζουν οι ανάγκες κάθε μεγαλούπολης, κυρίως όταν η αγορά κλείνει το βράδυ. Όλο και περισσότερα προϊόντα βρίσκονται στα ράφια ή στα ψυγεία του και το περίπτερο εδραιώθηκε στις συνήθειες του νεοέλληνα.
Παρά τις αλλαγές, με δεδομένο ότι ο θεσμός των περιπτέρων ξεπέρασε τα 100 χρόνια ζωής και συνεχίζει να εξελίσσεται, δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα από το πιο επιτυχημένα κοινωνικά κι επιχειρηματικά εγχειρήματα του ελληνικού κράτους.
Το μόνο πράγμα που δεν άλλαξε, και ελπίζουμε να μην αλλάξει ποτέ, είναι ο ρόλος του περιπτέρου και του περιπτερά στην καθημερινότητά μας. Ο περιπτεράς της γειτονιάς είναι«ο άνθρωπός μας», εκείνος που μας περιμένει ανοικτός μέχρι αργά και τις Κυριακές, ο άνθρωπος που ξέρει το όνομά μας, τα τσιγάρα που καπνίζουμε ή τη μάρκα σοκολάτας που προτιμάμε, εκείνος που θα μας πει την  πρώτη καλημέρα και την τελευταία φιλική καληνύχτα. Ο άνθρωπος που ξέρει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς, που θα δώσει πληροφορίες στον ξένο και τον  περαστικό, ο πιστός σύντροφος των απανταχού ξενύχτηδων.  Αυτός είναι ο περιπτεράς μας! Και με βροχή και με κρύο και πρωί και νύχτα, ο περιπτεράς είναι  πάντοτε στις επάλξεις για να μας εξυπηρετήσει.
(Πηγή:Αλέξης Τότσικας, απόargolikivivliothiki.gr)
(Φωτό:Αθήνα, 1948)

Η «κυρά-Σαρακοστή» λειτουργούσε ως ένα αυτοσχέδιο ημερολόγιο το οποίο βοηθούσε «τους παλιούς» να μετρούν τις εβδομάδες που μεσολαβούσαν από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Μεγάλη Εβδομάδα. Συνήθως, ήταν η ζωγραφιά, μιας γυναίκας με μαντήλι στο κεφάλι, επτά πόδια, σταυρωμένα χέρια –επειδή προσευχόταν– και χωρίς στόμα, διότι νήστευε όλη αυτή την περίοδο. Κάθε Σάββατο, ξεκινώντας από το Σάββατο που ακολουθούσε μετά την Καθαρά Δευτέρα, η κυρά-Σαρακοστή «έχανε» ένα πόδι. Το τελευταίο μάλιστα, το οποίο κοβόταν το μεγάλο Σάββατο, σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας το τοποθετούσαν μέσα στο ψωμί της Ανάσταση και σε όποιον τύχαινε, του έφερνε καλή τύχη (κάτι σαν το φλουρί της Βασιλόπιτας)! Εκτός από χαρτί, η κυρά-Σαρακοστή μπορεί να φτιαχτεί επίσης από ύφασμα, αλλά και από ζυμάρι. Εγώ, την φτιάχνω με αλατόζυμο, ένα ωραίο υλικό που επειδή έχει πάρα πολύ αλάτι δεν χαλάει για πάρα πολύ καιρό – έχει τις ιδιότητες του πηλού ή της πλαστελίνης. 
  • Βάζουμε τα υλικά για το ζυμάρι σε ένα λεκανάκι και τα ζυμώνουμε μέχρι να γίνει μια ελαστική και ωραία ζύμη.
  • Πλάθουμε την Κυρά Σαρακοστή με το ζυμάρι φτιάχνοντας το σώμα, τη φούστα, το πρόσωπο, τα πόδια της, τη διακοσμούμε όπως θέλουμε και τη βάζουμε σε ένα ταψί το οποίο έχουμε στρώσει με λαδόκολλα.
  • Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 160 βαθμούς για 20 με 30 λεπτά.  Μας ενδιαφέρει να στεγνώσει και όχι να «ψηθεί».
Πηγή:http://akispetretzikis.com
Έργο του Σπύρου Βασιλείου
Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα και φτάνει αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας, έχοντας ενσωματώσει στοιχεία της τοπικής παράδοσης και των ηρωικών αγώνων. Κατά το πέρασμα των αιώνων, το έθιμο αυτό κρατά τους ίδιους κανόνες και χαρακτηρίζεται από την πειθαρχημένη και εξαιρετικής αισθητικής εμφάνιση αυτών που συμμετέχουν.
Υπάρχουν 2 εκδοχές για την προέλευση του εθίμου.
Η πρώτη σχετίζεται με την αρχαιότητα, τις γιορτές προς τιμή του θεού Διόνυσου, που ήταν ο θεός του κρασιού και της αναγέννησης της φύσης. Η δεύτερη εκδοχή τοποθετεί το έθιμο στον καιρό της τουρκοκρατίας, όταν γενναία παλικάρια αντιστάθηκαν στην προσπάθεια των Τούρκων να κάνουν παιδομάζωμα για να φτιάξουν γενιτσάρους.
Πρόκειται για ένα χορευτικό δρώμενο, μια τελετή μύησης στην ιστορία της πόλης και συμμετοχής στα κοινά. Νωρίς το πρωί της Κυριακής, οι ήχοι του νταουλιού και του ζουρνά είναι εκείνοι που δίνουν το ρυθμό για τη συγκρότηση του μπουλουκιού. Προϋπόθεση για το μάζεμα αυτό, αλλά και τη συμμετοχή σ’ αυτό, είναι η αυστηρή αποδοχή και τήρηση συγκεκριμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου. Οι κανόνες αυτοί αφορούν την ένδυση, την αμφίεση και τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων, οι οποίοι είναι μόνο νέοι άντρες. Ακόμα και τη γυναικεία μορφή, την νύφη-Μπούλα, την υποδύεται άντρας. Επίσης, τα μουσικά όργανα, το δρομολόγιο και οι χοροί είναι προκαθορισμένα.
Ποια είναι όμως η προέλευση της ονομασίας «Μπούλα»; Ο Θεόδωρος Ζιώτας, στο βιβλίο του «Μπούλες της Νάουσας», μας παραθέτει τις εξής ερμηνείες:
1. Η λατινική λέξη «Bulla» (Μπούλα) εκτός των άλλων σημαίνει και α) ομφαλωτό κόσμημα ζωνών και θυρών, β) περιδέραιο, το οποίο φορούσαν οι Ρωμαίοι στα αγοράκια τους σαν στολίδι. Επειδή η φορεσιά της ναουσαίϊκης Μπούλας είναι γεμάτη από ποικιλόμορφα κοσμήματα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι «Μπούλα» σημαίνει αυτός που φέρει στη στολή του διάφορα κοσμήματα (ασημικά, χρυσαφικά κλπ.).
2. Στην Ήπειρο, ειδικότερα στη Θεσπρωτία, χρησιμοποιείται το ρήμα «Μπουλώνω» το οποίο σημαίνει «καλύπτω», «σκεπάζω». Μπούλωμα, λοιπόν, είναι το «σκέπασμα», το «κάλυμμα» και βεβαίως, το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει μέρος ή ολόκληρο το πρόσωπο. Η λέξη «Μπούλα» σχετίζεται, λοιπόν, άμεσα εννοιολογικά με τα ποικιλόμορφα κοσμήματα και με το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει το πρόσωπο, στοιχεία που χαρακτηρίζουν έντονα τις Μπούλες της Νάουσας.
Σε αντίθεση με την "αταξία" που επικρατεί τις μέρες της αποκριάς, το έθιμο της Νάουσας χαρακτηρίζει η πειθαρχημένη, τυποποιημένη και εξαιρετικής αισθητικής εμφάνισης των συμμετεχόντων. Το ντύσιμο, το μάζεμα, το προσκύνημα, το δρομολόγιο, το μουσικό ρεπερτόριο, οι χοροί, τα όργανα και οι συμμετέχοντες κρατούν εδώ και αιώνες τους ίδιους κανόνες.
Το έθιμο ξεκινάει την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς, συνεχίζεται την Δευτέρα - τα μπουλούκια επισκέπτονται τα σπίτια των μελών τους και γλεντούν, επαναλαμβάνεται την Κυριακή της Αποκριάς (Τυρινής) - στην πλατεία των Αλωνίων γίνεται γλέντι με παραδοσιακούς μεζέδες και το φημισμένο Ναουσαίικο κρασί, συνεχίζεται την Καθαρή Δευτέρα και την Κυριακή της Ορθοδοξίας όπου όλα τα μπουλούκια συναντώνται στην περιοχή Σπηλαίου για να γλεντήσουν με παραδοσιακές πίτες, γλυκά του ταψιού και άφθονο κρασί.



(Πηγή: arive.gr και naoussa.gr)

Το γαϊτανάκι έφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας.  Αποτελεί ένα από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αυτούσια ως τις μέρες μας και δένει απόλυτα με το πνεύμα της Αποκριάς.Η λέξη γαϊτανάκι είναι υποκοριστικό της λέξης γαϊτάνιν που σημαίνει μεταξωτό κορδόνι και προέρχεται από την ελληνιστική λέξη γαιϊτάνι, και σύμφωνα και την ετυμολογία της, οφείλει το όνομά της στην πόλη Γαέτα ονομαστή για την παραγωγή κορδελών.
Δεκατρία άτομα είναι απαραίτητα για το χορό. Ο ένας κρατάει ένα μεγάλο στύλο στο κέντρο από την κορυφή του οποίου ξεκινούν δώδεκα μακριές κορδέλες διαφορετικού χρώματος η κάθε μια που ονομάζονται γαϊτάνια.  Οι υπόλοιποι δώδεκα χορευτές κρατούν από μια κορδέλα και σχηματίζουν έξι ζευγάρια, χορεύοντας αντικριστά.  Τραγουδώντας ένα παραδοσιακό τραγούδι, και καθώς ο κάθε χορευτής εναλλάσσετε με το ταίρι του, περνώνας μία φορά από κάτω από τον συν-χορευτή του και μία από πάνω, πλέκουν τις κορδέλες πάνω στο στύλο δημιουργώντας  χρωματιστούς συνδυασμούς.  Όταν οι κορδέλες τυλιχτούν στο στύλο και όλοι έρθουν πολύ κοντά, τότε αρχίζουν να χορεύουν από την αντίθετη πλευρα ξεμπλέκοντας το γαϊτανάκι.
Ο χορός είναι συμβολικός.  Υπιδηλώνοντας τον κύκλο της ζωής, από τη ζωή ως το θάνατο, από τη χαρά στη λύπη, από την άνοιξη στο χειμώνα, υμνεί την ομόνοια και την συναδελφικότητα.
(φωτο:Μανόλης Φατσέας, Το  γαϊτανακι του Καρνάβαλου στην πλατεία της Χώρας το 1961)



 Ένας νέος και εύκολος τρόπος δημιουργίας επαγγελματικών προφίλ σύμφωνα με τις νέες στρατηγικές marketing, για την ενίσχυση της επικοινωνίας και της συνεργατικότητας μεταξύ των επιχειρήσεων και την προβολή τους στο καταναλωτικό κοινό.


Το Made-In-Hellas σε ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα! Βρες ό,τι ζητάς σε οποιοδήποτε σημείο της χώρας, έλα σε επαφή, απογείωσε την επιχείρησή σου!
Γράψου τώρα στο newsletter μας και κέρδισε 10% έκπτωση:
http://made-in-hellas.gr