Πίσω στη δεκαετία του ’50 και του ’60 το επάγγελμα του λούστρου ανθούσε στους δημόσιους χώρους και στα πολυσύχναστα στέκια.
Συνήθως ο λούστρος είχε συγκεκριμένο χώρο που εργαζόνταν , καταλάμβανε συγκεκριμένο σημείο ,στρατηγικό θα λέγαμε , το οποίο δικαιούνταν βάσει άγραφου νόμου της πιάτσας. Άλλος λούστρος δε μπορούσε να το χρησιμοποιήσει πέραν αυτού.
Τα μαύρο δερμάτινο ή καφέ σκούρο παπούτσι ή σκαρπίνι ήταν status για τον άνδρα της γύρας και έπρεπε πάντα να είναι λουστραρισμένο και να δείχνει στο μάτι ,κυρίως σε μια εποχή που τα παπούτσια λέρωναν εύκολα και σκονίζονταν από τους χωματόδρομους μιας και οι ασφαλτόδρομοι δεν υπήρχαν.
Ο πελάτης άπλωνε το πόδι του στο στη μπρούτζινη συνήθως βάση απ’το κασέλι και όλα τα άλλα τα αναλάμβανε ο λούστρος. Δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με πανί και με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.
Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.
Ο λούστρος μπορεί να ήταν και πλανόδιος κάποιες φορές όταν κουράζοντας από το σκαμνί του.
Περνούσε από τα καφενεία κυρίως όπου σύχναζαν οι μόρτηδες οι σκαρπινάτοι.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο πελάτης του καφενείου με νεύμα του τον καλούσε για λουστράρισμα ενώ ο ίδιος απολάμβανε τον ελληνικό του διαβάζοντας την εφημερίδα του. Εγώ ως γραφών την έζησα αυτή τη σκηνή σε καφενείο με πελάτη το θείο μου. Ο πελάτης όσο φτωχός κι αν ήταν έδειχνε αρχοντικός στη διάρκεια του λουστραρίσματος κυρίως στο καφενείο και πολλοί το ζούσαν ως αρχόντοι του ενός λεπτού.
Φυσικά οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από την υπόλοιπη κοινωνία , όσο φτωχή κι αν ήταν τα χρόνια εκείνα.
Η λέξη «λούστρος» ήταν συνώνυμη του σημερινού γύφτου και αποτελούσε βρισιά.
Το επάγγελμα ήταν ταπεινό από τη φύση του , ο λούστρος πολλές φορές δε κοιτούσε ψηλά στον πελάτη όσο διαρκούσε η δουλειά του εκτός αν ήταν ανάγκη να του πει κάτι. Για τους λούστρους μεγαλύτερης ηλικίας η στάση του σώματος ήταν επώδυνη ανάλογα και κατα πόσο ήταν παχύς.
Τώρα τα κασέλια των λούστρων υπάρχουν λιγοστά σε ελάχιστα μαγαζιά στο Μοναστηράκι ενώ κάποια από αυτά κοσμούν σπίτια πλουσίων συλλεκτών ως ταπεινό σύμβολο μιας φτωχής πλην αγνής και τίμιας επόχής που η δουλειά δεν ήταν ντροπή.

(Πηγή: astakosnp.wordpress.com)
Η ιστορία του ποδηλάτου

Το ποδήλατο αν το καλοσκεφτούμε δεν είναι εφεύρεση του ενός, αλλά συλλογική. Αυτό που είχε φτιάξει ο πρώτος, το βελτίωσε ο δεύτερος, έβαλε κάτι παραπάνω ο τρίτος... και από δω παν κι άλλοι!!

Η πρώτη απτή εμφάνιση του ποδηλάτου, με τελείως διαφορετική κατασκευή από τα σημερινά, ήταν γύρω στο 1750 στη Νυρεμβέργη.

Αυτός ο πρώτος παππούς του ποδηλάτου ήταν τόσο απλός που δεν είχε ούτε πετάλια, ούτε τιμόνι, και ήταν εξολοκλήρου κατασκευασμένος από ξύλο!!

Το 1817 στη Γερμανία, ο βαρώνος Karl von Drais, θέλοντας ένα μεταφορικό μέσο για τη βόλτα του στους κήπους του, κατασκεύασε από ξύλο και αυτός την ντρεζίνα (draisienne) που πήρε το όνομα της από το επώνυμο του.

Η διαφορά με το προηγούμενο ήταν πως είχε τιμόνι, αλλά η κίνηση εξακολουθούσε να γίνεται ουσιαστικά περπατώντας και τσουλώντας αυτό το όχημα! Γι’ αυτό και πήρε το όνομα «μηχανή περπατήματος». 
Φιλοδοξία του βαρώνου ήταν να αντικαταστήσει το άλογο σαν μεταφορικό μέσο, γι’ αυτό και το έλεγαν και hobby-horse ή dadny-horse!!

Την επόμενη χρονιά στη Μεγάλη Βρετανία, ο Dennis Johnson αντικατέστησε πολλά ξύλινα κομμάτια της ντρεζίνας με μεταλλικά.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1839 στη Σκωτία, ο Kirkpatrick Macmillan ήταν ο πρώτος που έβαλε πετάλια και τα συνέδεσε με την πίσω ρόδα, αλλά χωρίς αλυσίδα. Φανταστείτε κάτι σαν τα παιδικά αυτοκινητάκια που κινούνται με τα πόδια, όχι περπατώντας όμως!

Το 1960 στη Γαλλία, ο Pierre Michaux τοποθέτησε τα πετάλια στην μπροστινή ρόδα, δημιουργώντας το Velocipede, που σημαίνει «γρήγορα πόδια». Επίσης αύξησε το μέγεθος της εν λόγω ρόδας και έβαλε λάστιχα από σκληρό καουτσούκ. Μέχρι τότε οι ρόδες ήταν κυρίως ξύλινες και χωρίς καθόλου λάστιχα!

Η πρώτη εμφάνιση του διπλού ποδήλατου έγινε το 1886 και είχε 4 ρόδες: δύο μεγάλες και δύο μικρές. Οι αναβάτες ουσιαστικά κάθονταν ανάμεσα στις δύο μεγάλες ρόδες και είχαν τις μικρές για να μην πέφτουν!!

Συνεχίζοντας την ιστορία του ποδηλατου, φτάνουμε στο 1870, όπου οι James Starley και William Hillman στη Βρετανία, κατασκεύασαν την Ariel, με πολύ μεγαλύτερη την μπροστινή ρόδα με τα πετάλια.

Η φιλοσοφία τους ήταν πως, όσο μεγαλύτερη η ρόδα (η οποία πολλές φορές κατασκευαζόταν με βάση το μήκος του ποδιού του αναβάτη!), τόσο μεγαλύτερη απόσταση θα διένυε σε κάθε περιστροφή των πεταλιών. 

Εκείνη την εποχή το αποκαλούσαν και penny-farthing, επειδή οι ρόδες τους είχαν περίπου την αναλογία των εν λόγω κερμάτων στο μέγεθος! 
Με αυτή την απλή μετατροπή, το ποδήλατομπορούσε να φτάσει ταχύτητες έως και 24 χιλιομέτρων την ώρα.

Να αναφέρουμε πως η μέση ταχύτητα ενός αυτοκινήτου σε μποτιλιάρισμα σήμερα, είναι περίπου 17 χιλιόμετρα την ώρα!!

Λόγω όμως του ύψους του και επειδή οι δρόμοι ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και γεμάτοι χαλίκια, υπήρχαν πάρα πολύ συχνές πτώσεις και τραυματισμοί!

Η τελική μορφή του ποδηλάτου...

Το 1885 έγινε η κυριότερη μετατροπή και από τότε το ποδήλατο πήρε την κλασική του εμφάνιση με τις δύο ίδιες ρόδες, την αλυσίδα που δίνει κίνηση στην πίσω ρόδα και τις μεταλλικές ακτίνες.

Σε αυτό βοήθησε πολύ και η εξέλιξη της μεταλλουργίας. Υπεύθυνος για όλα αυτά καθώς και για τη σαμπρέλα και τις ταχύτητες ήταν ο ανηψιός του James, ο John Kemp Starley.

Επίσης άλλαξε τον σκελετό με κούφιο μεταλλικό μειώνοντας το βάρος του ποδηλάτου. Το μοντέλο αυτό το ονόμασε rover!!

Αξίζει να αναφέρουμε επίσης πως το 1885, το ποδήλατο έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα!

Τρία χρόνια μετά, το 1888, ο γιατρός Dr. John Boyd Dunlop, θέλοντας να κάνει τις βόλτες του γιού του με το ποδηλατάκι του πιο άνετες, άλλαξε τα υπάρχοντα λάστιχα από καουτσούκ με λάστιχα πεπιεσμένου αέρα!

Περιττό να αναφέρουμε πως ο εν λόγω γιατρός ήταν ο ιδρυτής τη γνωστής εταιρείας ελαστικών!!

Από εκεί και μετά πέρασαν 59 χρόνια και το 1947 αντικαταστάθηκε ο μεταλλικός σκελετός με αλουμίνιο, ίδιο με αυτό που χρησιμοποιούσαν στα αεροπλάνα.

Το 1965 βγήκε στην αγορά ένα μίνι ποδήλατο, και φτάνοντας στο 1970 βλέπουμε την εμφάνιση του πολύ δημοφιλούς στις μέρες μας mountain bike!

(Πηγή: coolweb.gr)
(Φωτό: Αθήνα, 1929)

Τσοπάνης ή τσιοπάνης ή τσόπανος ή τσοπάνος ή βοσκός λέγεται εκείνος που φυλάει (=βόσκει) πρόβατα ή γίδια. Δουλειά δύσκολη, επίπονη και πολλές φορές και επικίνδυνη. Υποκοριστικό του τσοπάνη είναι το τσοπανάκος, σπάνια όμως λέγεται. Πληθυντικός αριθμός τσοπάνηδες ή τσιοπάνηδες αλλά και τσοπαναραίοι.
Το επάγγελμα του βοσκού ή τσοπάνου ήταν συνήθως κληρονομικό και ήταν ένα από τα κυριότερα επαγγέλματα του τόπου μας.  Ένας πατέρας που πάντρευε το παιδί του τού έδινε ως προίκα μερικά ζώα κι εκείνος με τον καιρό μεγάλωνε τον αριθμό κι έφτιαχνε το δικό του κοπάδι που καμιά φορά ξεπερνούσε κι εκείνο του πατέρα του.
Ήταν δύσκολη και πολύ κουραστική η δουλειά του βοσκού. Με βροχές και με κρύο, με λιοπύρι, υγρασία και σφοδρούς ανέμους αυτός έπρεπε να γυρίζει τους κάμπους και τις βουνοπλαγιές ολομόναχος, μακριά από τον κόσμο και την οικογένειά του. Έπρεπε να σηκώνεται πρωί και καθισμένος σ` ένα σκαμνί να  γαλέψει (αρμέξει) τα ζώα του. Αυτό γινότανε πρωί και βράδυ. Έπρεπε ακόμη να πήξει το γάλα και να φτιάξει χαλούμια, μυζήθρες και γιαούρτι. Μα και το κούρεμα του κοπαδιού ήταν δική του δουλειά. Σ` όλα αυτά τον βοηθούσαν η γυναίκα και τα παιδιά του. 
Ξεκινούσε για τη βοσκή με συνηθισμένα ρούχα όπως όλοι οι κάτοικοι του χωριού, οι τσαγκαροποδίνες όμως ήταν απαραίτητες. Έβαζε στον ώμο τη βούρκα που περιείχε νερό και φαγητό, έπαιρνε στο χέρι τη ματσούκα του (μαγκούρα), σφύριζε στο σκύλο του να σιμώσει και ξεμάντριζε, έφευγε δηλαδή από τη μάντρα. Του κοπαδιού προπορευότανε πάντοτε το κριάρι κι ακολουθούσαν τα υπόλοιπα ζώα. Τα νεογέννητα καθώς και τα ετοιμόγεννα παρέμεναν πίσω στη μάντρα. Τις μέρες που ο καιρός ήταν πολύ βροχερός όλο το κοπάδι επίσης παρέμενε στη μάντρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα ζώα τρέφονταν με άχυρο και κριθάρι. 
Τα βοσκοτόπια ήταν περιοχές με πλούσια βλάστηση, έπρεπε όμως ο βοσκός να βρίσκεται πάντα σε επιφυλακή μην τυχόν και το κοπάδι του απομακρυνθεί και προκαλέσει ζημιές σε ξένη περιουσία. Σ` αυτό βοηθούσε και ο σκύλος του που ήταν πάντα άγρυπνος φρουρός. Τα περισσότερα ζώα είχαν κρεμασμένα στο λαιμό τους μικρά μπρούντζινα κουδουνάκια που άφηναν στο πέρασμά τους μια ξεχωριστή, γλυκόηχη μουσική.  Ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να εντοπίζονται εύκολα.  

(Πηγή: kedares.org)
(Φωτό: Frederic Boissonna, Παρνασσός 1929)
Στην αρχαία Αίγυπτο, οι σκλάβοι δεν φορούσαν παπούτσια ή φορούσαν σανδάλια φτιαγμένα από φύλλα φοίνικα. Οι πολίτες φορούσαν σανδάλια κατασκευασμένα από πάπυρο. Μόνο όσοι βρισκόταν σε υψηλή θέση επιτρεπόταν να φορούν μυτερά σανδάλια. Το κόκκινο και το κίτρινο χρώμα στα παπούτσια επιτρεπόταν μόνο στην υψηλή κοινωνία. Εκείνη την εποχή ήταν πολύ εύκολο να καταλάβει κανείς σε ποια κοινωνική τάξη ανήκει ο καθένας, κοιτώντας απλώς τα παπούτσια του.

Τα παπούτσια είναι γεμάτα μύθους και ιστορίες στην λαογραφία όλων των φυλών. Το παπούτσι, ακόμη και σήμερα, πρωταγωνιστεί σε πολλές ιστορίες. Από τα φτερωτά σανδάλια του Ερμή, τη Σταχτοπούτα, μέχρι το φετίχ της Κάρι Μπράντσο, σε όλες τις αρχαίες και ξεχασμένες γλώσσες υπάρχει μια ιστορία σχετική με τις ιδιότητες των παπουτσιών.

Τα τακούνια έχουν μακρά ιστορία στην ανθρώπινη κουλτούρα, ξεκινώντας από τον 16ο αιώνα και τις γυναίκες της αριστοκρατίας. Μερικά ήταν τόσο ψηλά που οι γυναίκες χρειαζόταν βοήθεια από τους υπηρέτες τους για να μετακινηθούν. Η μόδα έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στη Βενετία. Οι πόρνες ξεκίνησαν να φορούν τακούνια και το ύψος των παπουτσιών έγινε τεράστιο, και γυναίκες άρχισαν να πέφτουν από το τρομερό ύψος και να σκοτώνονται, μέχρι που ένας νόμος έβαλε περιορισμούς στο ύψος των γυναικείων υποδημάτων. Σήμερα το υπερβολικό ύψος στα παπούτσια εξακολουθεί να γοητεύει, και όταν ο Alexander McQueen έφτιαξε τα τακούνια Armadillo για την επίδειξη μόδας του 2010, κάποια μοντέλα αρνήθηκαν να τα φορέσουν επειδή ήταν επικίνδυνα.

Για πολλούς αιώνες τα παπούτσια ήταν αποτέλεσμα χειρωνακτικής εργασίας από τεχνίτες, και η μορφή του δεν έχει αλλάξει, παρά μόνο η διακόσμηση. Τα χειροποίητα παπούτσια εξακολουθούν να θεωρούνται σύμβολο στάτους και πολυτέλειας, και είναι αυτά που μένουν αναλλοίωτα για περισσότερα χρόνια. Σήμερα οι μηχανές της Goodyear Welt κατασκευάζουν 1.200 ζευγάρια σε 8 ώρες.

(Πηγή:m.lifo.gr)
(Φωτό: Willy Pragher, 1930)

Κουλουρτζής ή κουλουράς ή σιμιτζής ονομάζεται ο υπαίθριος μικροπωλητής ο οποίος πουλάει κουλούρια (στα Τούρκικα «σιμίτ»). 
Στην Ελλάδα και στην Τουρκία, οι κουλουρτζήδες συχνάζουν σε μέρη όπου περνά πολύς κόσμος, συνήθως σε κεντρικά σημεία πόλεων, για να πουλήσουν τα κουλούρια τους. 
Μεταφέρουν τα κουλούρια είτε σε μεγάλα καλάθια, είτε σε τάβλες πάνω στις οποίες είναι τακτοποιημένα τα κουλούρια και τα πωλούν είτε κατευθείαν από αυτά είτε από γυάλινες, τροχήλατες προθήκες. 
Το κύριο εμπόρευμά τους είναι το κουλούρι Θεσσαλονίκης, με δακτυλιοειδές σχήμα και πολύ σουσάμι. Χαρακτηριστική είναι η προτροπή των κουλουρτζήδων για να αγοράσει κανείς το προϊόν τους («Φρέσκα κουλούρια»).
Το κουλούρι είναι ένα έδεσμα από ψωμί και σουσάμι, με σχήμα τροχού, δηλαδή ένα σχήμα κύκλου που σχηματίζεται από ένα κυλινδρικό κομμάτι ψωμιού.
Τα κουλούρια είναι ένα οικονομικό και εύκολο στην κατανάλωση έδεσμα το οποίο συνήθως πωλούν υπαίθριοι πωλητές που ονομάζονται «κουλουρτζήδες» ή «κουλουράδες».

Το κουλούρι, είναι ένα αρτοποιητικό προϊόν που εμφανίζεται στη διατροφή του ανθρώπου από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Γίνεται γνωστό την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και εμφανίζεται κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Η λέξη κουλούρι προέρχεται από τη βυζαντινή λέξη “κολλίκιον”, που αναφέρεται σε πολλά βυζαντινά κείμενα.
Το επάγγελμα του αρτοποιού-κουλουροποιού ασκούσαν κατά κύριο λόγο Έλληνες από την Ήπειρο. Η παράδοση λέει ότι το σχήμα της κεφαλής των Ηπειρωτών προέρχεται από το βάρος της τάβλας των κουλουριών που κουβαλούσαν στο κεφάλι τους οι πωλητές. 
Γνωστή είναι επίσης και η ευχή της ηπειρώτισσας μάνας προς το αγόρι της, η οποία με ένα χτύπημα στο κεφάλι έλεγε: “Άντε και στην Πόλη κουλουρτζής”.
  Οι μικροπωλητές με τους ταβάδες στο κεφάλι ή με καλάθια ξεχύνονταν στους δρόμους από τα ξημερώματα και μέχρι τις 10-11 το πρωί ξεπουλούσαν. Τα κουλούρια ήταν ένα νόστιμο κολατσιό για τους εργαζόμενους και η χαρά των παιδιών τις Κυριακές μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας.
Στην Πόλη οι κουλουρτζήδες διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους με την ονομασία “κουλούρι Θεσσαλονίκης”. Πολύ αργότερα, την ίδια ονομασία χρησιμοποιούσαν και οι κουλουρτζήδες των Αθηνών, όταν έβγαιναν στις πλατείες με τις τάβλες στο κεφάλι. 
  Έτσι, οι ίδιοι οι τεχνίτες, παραγωγοί και πωλητές προσδιόρισαν ιστορικά το, τόσο διαδεδομένο σήμερα στην Ελλάδα, κουλούρι Θεσσαλονίκης με το γνωστό σχήμα, το μπόλικο σησάμι και την τραγανή γεύση.

(Πηγή: lolanaenaallo.blogspot.gr)
(Φωτό: Θεσσαλονίκη, 1947)

Ο αργαλειός ως οικιακό εργαλείο είναι αρχαιότατο και αναφέρεται από τον Ομηρο ως ιστός. Η Πηνελόπη ύφαινε τη μέρα και ξεΰφαινε τη νύχτα, για να ξεγελά με τον τρόπο αυτό τους «μνηστήρες» να την περιμένουν, ώσπου να τελειώσει το «διασίδι» της. Η Θεά Αθηνά στην αρχαιότητα προστάτευε την υφαντική γι' αυτό την ονόμαζαν «Εργάνη Αθηνά». 
Πολλά από τα δημοτικά μας τραγούδια είναι αφιερωμένα στον αργαλειό και την ύφανση. Υπάρχουν πολλά τραγούδια του αργαλειού που τα τραγουδούσαν οι γυναίκες την ώρα που ύφαιναν. Στις παραδόσεις του ελληνικού λαού αναφέρονται ευχές και κατάρες σχετικά με τον αργαλειό.
Στα παλιά χρόνια οι γυναίκες ασχολούνταν με το ράψιμο, το κέντημα και την ύφανση. Και μάθαιναν τον αργαλειό, δηλαδή την ύφανση, από τις λεγόμενες «μαΐστρες». Οι κόρες ετοίμαζαν με τα ίδια τους τα χέρια σχεδόν όλα τα προικιά τους. Οι αρχοντοπούλες ύφαιναν κυρίως μεταξωτά και για να πατούν χωρίς να πονούν στο ποδαρικό του αργαλειού, συνήθιζαν να φορούν τα λεγόμενα «τερλέζια», που ήταν είδος παντόφλας με ελεύθερη τη φτέρνα. Οι γεροντότερες γυναίκες βοηθούσαν τα κορίτσια σε όλες τις προπαρασκευαστικές εργασίες και τραγουδούσαν συνήθως για τις νεαρές υφάντρες το τιμητικό τραγούδι:

«Δικός μου είναι ο αργαλειός, δικό μου και το χτένι,
δική μου και η πέρδικα που κάθεται και φαίνει»
Τα χοντρά υφάσματα ύφαιναν συνήθως οι ψυχοκόρες και οι κοπέλες που ξεσκόνιζαν το βαμβάκι και όχι οι θυγατέρες της οικογένειας. Και όσες πάλι νεαρές δεν ήξεραν ή από αμέλεια ή για άλλους λόγους να υφαίνουν, τις κορόιδευαν με το δίστιχο:
«Σαν δεν ήξερες να φάνεις
τα μασούρια τι τα βάνεις;»
Οι γυναίκες των οικογενειών που δεν ήταν εύπορες κουράζονταν περισσότερο για την ύφανση υφασμάτων γιατί τα πουλούσαν. Πολλές γυναίκες που δεν ήθελαν να υφάνουν μόνες τους, παράγγελναν να τους υφάνουν ότι ήθελαν σε ξακουσμένες «υφάντρες». Κι αυτές επειδή ήταν αναγκασμένες να κάθονται στον αργαλειό σε ορισμένη στάση χωρίς άλλες κινήσεις, τραγουδούσαν στενάζοντας:
«Το κέντημα είναι γλέντημα κ’ η ρόκα είναι σεργιάνι.
Μα ο αργαλειός είναι σκλαβιά, σκλαβιά πολή μεγάλη»
Υπήρχαν όμως στίχοι που εξυμνούσαν τον αργαλειό:
«Τιμή μεγάλη και τρανή-πουν’ ο αργαλειός στο σπίτι
το κάθε δόντι του αργαλειού αξίζει μαργαρίτη»
«Μαλαματένιο τα’ αργαλειό
και φίλντισι το χτένι
και μια κοπέλα λυγερή
που τραγουδάει και φαίνει»

(Πηγή: evrospower.blogspot.gr)
Ορισμός: Ο επαγγελματίας ψαράς εργάζεται σε βάρκα ή ειδικά εξοπλισμένο σκάφος και με διάφορα σύνεργα αλιεύει ψάρια, μαλάκια ή οστρα-κοειδή, με σκοπό την πώληση τους.
Περιγραφή: Με το ψάρεμα ασχολούνται επαγγελματίες, αλλά και πολλοί ερασιτέχνες, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και παραθαλάσσιες περιοχές. Στην Ελλάδα οι περισσότεροι επαγγελματίες ψαρεύουν στη θάλασσα και μικρός αριθμός τους σε λίμνες ή σε ποτάμια. Για ορισμένα είδη ψαρέματος συγκροτούνται οργανωμένες και πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις, όπως για το ψάρεμα τόνου ή αστακού.
Όταν ο ψαράς χρησιμοποιεί δίχτυα, τα τακτοποιεί ώστε να μη μπερδευτούν, όταν τα ρίχνει. Πριν ξημερώσει, τα μαζεύει, με τα χέρια του, είτε συνηθέστερα με τη χρήση μηχανημάτων και κάνει διαλογή των ψαριών ανάλογα με το είδος τους. Επιστρέφει στη στεριά, συνήθως τα ξημερώματα, και πουλάει το εμπόρευμα του.
Όταν το ψάρεμα γίνεται με αλιευτικά σκάφη, στην ανοικτή θάλασσα, τότε πρέπει να γίνουν κατάλληλες προετοιμασίες για πολυήμερο ταξίδι. Αρχικά φροντίζουν για τον εφοδιασμό του πλοίου με προμήθειες σε τρόφιμα και καύσιμα και την επιθεώρηση της καλής κατάστασης των διχτύων. Στη συνέχεια, εντοπίζεται με ειδικά μηχανήματα μια καλή τοποθεσία για ψάρεμα. Απλώνονται τα δίχτυα και την κατάλληλη στιγμή ο επικεφαλής, δίνει εντολή για το μάζεμα τους. Η ψαριά στη συνέχεια διαχωρίζεται κατά είδη και γίνεται κατάψυξη επάνω στο πλοίο, σε ειδικά ψυγεία. Αρκετές φορές πρέπει, πριν τη κατάψυξη, να γίνει ειδική επεξεργασία, όπως η αφαίρεση των εντοσθίων ή το κόψιμο του κεφαλιού και η εργασία αυτή πρέπει να γίνει γρήγορα από το πλήρωμα γιατί τα ψάρια είναι πολύ ευπαθή.
Το ψάρεμα με πετονιές, καμάκια, ψαροντούφεκα, παραγάδια, πυροφάνι είναι συνήθως πιο συναρπαστικό, ενώ με κλούβες και απόχες σε διβάρια, είναι πιο εύκολο και αποδοτικό.
Στο ψάρεμα χρησιμοποιούνται διάφορα αλιευτικά σύνεργα, όπως δίχτυα για βάρκες ή μηχανότρατες, παραγάδια, καμάκια, απόχες, ψαροντούφεκα, καλάθια, πετονιές με αγκίστρια, λάμπες ασετυλίνης και άλλα.
Εκπαίδευση: Παλαιότερα το επάγγελμα του ψαρά, δεν απαιτούσε ιδιαίτερες γνώσεις και συνήθως οι ψαράδες μάθαιναν από τους γονείς ή συγγενείς τα μυστικά του. Σήμερα, παρόλο που η εμπειρία δεν υποκαθίσταται, οι μεγάλες ψαρόβαρκες έχουν όλα τα μοντέρνα συστήματα πλοήγησης όπως, αυτόματα συστήματα εντοπισμού θέσης, ασυρμάτους και άλλα. Πολλές φορές χρειάζεται να έχει κάποιος αποφοιτήσει από τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού όπου η φοίτηση είναι τριετής, με ενδιάμεσες χρονικές περιόδους πρακτικής άσκησης. Τυπικά πάντως, δεν απαιτείται κάποιο πτυχίο πέρα από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση.

Σπουδαιότητα: Το επάγγελμα του ψαρά είναι παραδοσιακό και πολλοί το ακολουθούν, συνεχίζοντας τη δουλειά των γονιών τους. Είναι σημαντικό, όταν κάποιος θέλει να γίνει ψαράς, να του αρέσει η θάλασσα και η φύση. Η πατροπαράδοτη εμπειρία είναι χρήσιμη, ώστε να γνωρίζει κάποιος τον κατάλληλο τρόπο, το χρόνο και το χώρο αλιείας κάθε είδους ψαριού. Οι γνώσεις πλοήγησης, η χειρωνακτική επιδεξιότητα και η ικανότητα χρήσης μηχανών, είναι επίσης απαραίτητες. Ακόμη, η ικανότητα αντίληψης χώρου για την επιλογή της κατάλληλης περιοχής, θεωρείται σημαντικό προσόν για την άσκηση του επαγγέλματος.

Περιβάλλον ενασχόλησης: Ο ψαράς απασχολείται ως μέλος πληρώματος σε αλιευτικό σκάφος, ενώ, αν το αλιευτικό είναι ιδιόκτητο, αυτοαπασχολείται και αρκετές φορές εμπορεύεται ο ίδιος τα αλιεύματα.

Επαγγελματικές συνθήκες: Ο ψαράς έχει, γενικά, να αντιμετωπίσει το υγρό στοιχείο με πολλούς κινδύνους, ιδιαίτερα σε κακές ή άστατες καιρικές συνθήκες. Ανάλογα με το είδος του ψαρέματος, οι συνθήκες μπορεί να μεταβληθούν αρκετά. Για παράδειγμα, το ψάρεμα γαρίδας ή τόνου ή ακόμα και η αλιεία σφουγγαριών, γίνεται στην ανοικτή θάλασσα και το πλήρωμα μπορεί να λείπει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα από το σπίτι του. Στις περισσότερες περιπτώσεις το ψάρεμα γίνεται κατά τις νυχτερινές ώρες, με επιστροφή τα ξημερώματα. Το κρύο, η υγρασία, ο ήλιος ταλαιπωρούν συχνά τους ψαράδες.
Ανεξάρτητα από τον τρόπο ψαρέματος, πολλές φορές απαιτείται σωματική δύναμη για την ανέλκυση των διχτύων, το καμάκιασμα των ψαριών ή τη διαλογή τους. Ακόμη, τις περισσότερες φορές ο ψαράς πρέπει να ανέχεται τη δυσοσμία που προέρχεται από τα ψάρια και γίνεται εντονότερη όταν η επεξεργασία τους γίνεται επάνω στο πλοίο. 
(Πηγή:www.epil.gr)
(Φωτό: Μύκονος, 1937)
Η γεωργία αποτελούσε μέχρι πρόσφατα τον κυριότερο κλάδο της οικονομίας μας.Οι βασικές ανάγκες διατροφής που κάλυπταν τα προϊόντα της, την ανέδειξαν σε κυρίαρχη απασχόληση όλων των κατοίκων, από τα πολύ παλιά χρόνια.Προ  του 1930 οι συνθήκες δουλειάς που είχαν να αντιμετωπίσουν οι γεωργοί στα χωριά, ήταν κάθε άλλο παρά ιδανικές.  
Ο ελάχιστος κλήρος Γής  που αναλογούσε σε κάθε οικογένεια, τα πρωτόγονα μέσα καλλιέργειας, ο μεγάλος αριθμός ακτημόνων, οι τεράστιες μοναστηριακές εκτάσεις, κ.α. έκαναν την προσπάθεια αυτών  που ήθελαν να ζήσουν από τη γη τους πιο δύσκολη.
Έχοντας οι περισσότεροι λίγα χωράφια, αναγκαζόταν να δουλεύουν όλη μέρα, ολόκληρο σχεδόν  το χρόνο, εκχερσώνοντας σύγχρονος (παράνομα ή νόμιμα) και προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να αυξήσουν όσο το δυνατόν την καλλιεργήσιμη τους έκταση.
Η απόδοση των χωραφιών σε σχέση με την κοπιαστική εργασία, ήταν ελάχιστη και οι γεωργοί που πραγματικά  αντιμετώπιζαν προβλήματα επιβίωσης, ήταν αναγκασμένοι για λίγα σακιά σιτάρι ή καλαμπόκι, να υφίστανται τις βασανιστικές συνθήκες εργασίας στα χωράφια για ολόκληρο το χρόνο. 
Εκτός από όλα αυτά τα προβλήματα, οι γεωργοί είχαν να αντιμετωπίσουν και την αντικειμενική αδυναμία τους να καλλιεργούν τα χωράφια τους κάθε χρόνο (ιδικά την ίδια καλλιέργεια), γιατί η συνεχής καλλιέργεια μειώνει την αποδοτικότητα τους.     
Τα χωράφια τα όργωναν συνήθως 3 με 4 φορές. Τα οργώματα άρχιζαν με το τέλος του χειμώνα, αλά τα πιο χρήσιμα, όσο και κοπιαστικά επειδή η γη ήταν δυσκολοκαλλιέργητη, ήταν αυτά του καλοκαιριού που τα χώματα λιαζόταν και η απόδοσή τους ήταν μεγαλύτερη.

(Πηγή: www.syllogosvrouvianon.gr)
(Φωτό: Nelly's)

*Αυτή είναι η αγροτιά, μουσική/στιχοι: Μπακαλάκος Θωμάς/Τζεφρωνης Διονύσης
Μοδίστρα
Τα παλιότερα χρόνια, ειδικά στην επαρχεία δεν υπήρχαν μαγαζιά που πουλούσαν έτοιμα ενδύματα και οι γυναίκες έραβαν τα ρούχα τους σε μοδίστρες . Δύσκολο επάγγελμα που απαιτούσε πολλές ώρες δουλειάς , αλλά και κερδοφόρο.
Με την εμφάνιση των πρώτων εμπορικών καταστημάτων , το επάγγελμα της μοδίστρας όρχησε σιγά- σιγά να εξασθενεί, χωρίς να εξαφανιστεί αμέσως , γιατί υπήρχαν γυναίκες που εξακολουθούσαν να θέλουν τα ρούχα που φορούσαν να είναι φτιαγμένα από μοδίστρα. Με το πέρασμα του χρόνου οι βιοτεχνίες κατασκευής ενδυμάτων αυξήθηκαν και το επάγγελμα της μοδίστρας εξαφανίστηκε.
Για να γίνει κάποια γυναίκα μοδίστρα παλιότερα δεν υπήρχαν σχολές , αλλά υπήρχαν μοδίστρες που έπαιρναν μαθήτριες για να τους διδάξουν την τέχνη της μοδιστρικής.
Κάθε μοδίστρα ανάλογα με τη δουλειά που είχε, είχε φτιάξει   μικρό ή μεγάλο εργαστήριο. Οι περισσότερες μοδίστρες είχαν φτιάξει το εργαστήριο σε ένα δωμάτιο του σπιτιού τους και ο τρόπος που έραβαν τα ρούχα ,ήταν πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που ράβονται σήμερα τα ρούχα αλλά και τα μέσα που διάθετε κάθε μοδίστρα για να εξασκήσει το επάγγελμα ήταν τελείως διαφορετικά από τα μέσα που διαθέτουν σήμερα οι βιοτεχνίας ενδυμάτων .
Ράφτης
Ο ράφτης έραβε   ρούχα των ανδρών. Παντελόνια, πουκάμισα, κουστούμια κ.α.
Και ο ράφτης όπως και η μοδίστρα, τα ρούχα που έραβαν ήταν κατόπιν παραγγελίας.
(Πηγή:www.net-periodiko.gr)
(Φωτό:1949)
Οι πρώτες μορφές καφενείων την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κυρίως στα μεγάλα αστικά της κέντρα και την Κωνσταντινούπολη, πρόσφεραν κυρίως καφέ και «τσιμπούκι» ή ναργιλέ, γλυκά και μη αλκοολούχα ροφήματα, ήδη από τον 16ο αιώνα. Ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή κατέγραψε το 1668 στηΘεσσαλονίκη, 348 καφενεία και άλλα παρόμοια μαγαζιά, όλα στην περιοχή του Βαρδάρη, στα οποία «....μαζεύονταν και περνούσαν τον καιρό τους συζητώντας μουσικοί, μίμοι, τραγουδιστές, γελωτοποιοί, κομψευόμενοι, ποιητές και άνθρωποι των γραμμάτων..».
Ο καφετζής έπρεπε καθημερινά να βρίσκεται στο μαγαζί από πολύ πρωί, από τις τέσσερις ή πέντε τα ξημερώματα. Στο παρελθόν υπήρξε διαδεδομένο κυρίως ως πάρεργο επάγγελμα και σπάνια ως αποκλειστική και κύρια απασχόληση, ενώ το συναντούσε κανείς και στο μικρότερο χωριό, όπου αποτελούσε το σημείο που συγκέντρωνε την κοινωνική ζωή, αλλά και διότι δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες γνώσεις για την άσκηση του. Ως επάγγελμα ήταν δύσκολο και απαιτητικό, απαιτούσε καθημερινή παρουσία και εργασία, και έχει αποτελέσει πηγή εμπνεύσεως [1] για τους λαϊκούς καλλιτέχνες και φιγούρα του Καραγκιόζη. Ο καφετζής, έψηνε τους καφέδες, ετοίμαζε το μεζέ [2] που συνόδευε το «καραφάκι» ή το «μισοκαλίκι», δηλαδή τη μισή οκά, με το ούζο ή τη ρακή, πίσω από τον ξύλινο πάγκο, το «τεζιάκι» και σέρβιρε τους πελάτες, μόνος ή με τη βοήθεια κάποιου από τα πρόσωπα της οικογενείας του.
Διατηρούσε σταθερά αναμμένη εστία φωτιάς από κάρβουνα, τη χόβολη ή «αχλιά», δηλαδή τη ζεστή στάχτη όπου «έψηνε» τους καφέδες, και πάνω της τοποθετούσε το μπρίκι, για να βράσει τον καφέ. Η εστία ήταν κατασκευασμένη από τούβλα σε σχήμα Π, με ύψος 30 εκατοστά, το οποίο γέμιζε με τριμμένο, βρεγμένο και συμπιεσμένο ξυλοκάρβουνο, προκειμένου να κρυφοκαίει η φωτιά, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πάνω στην εστία της υπήρχε ένα μεταλλικό σκεύος, ο καράμπαμπας, αλλού ονομάζονταν «γεντέκι», ένα μεγάλο σκεύος από μπακίρι, όπου διατηρούνταν ζεστό νερό, από το οποίο έβαζε στο μπρίκι, πριν ακόμα το βάλει πάνω στη χόβολη, σαν πρώτο υλικό για την παρασκευή του καφέ και ανάλογα με την προτίμηση κάθε πελάτη, έριχνε την ποσότητα του καφέ και της ζάχαρης, τα οποία ανακάτευε με ένα ειδικό εργαλείο αναμίξεως, που στο άκρο του είχε κολλημένα σταυρωτά, δύο μικρά κομμάτια ανοξείδωτο σύρμα. Τα μεγάλα καφενεία είχαν στην άκρη ένα χαμηλό ξύλινο πατάρι με κιγκλίδωμα, που χρησίμευε ως πάλκο για τις κοινωνικές εκδηλώσεις.
Στις αρχές του 21ου αιώνα τείνουν να εκλείψουν ως επάγγελμα, καθώς υπάρχουν πλέον, ελάχιστοι παραδοσιακοί καφενέδες και οι νέοι στην ηλικία συχνάζουν σε σύγχρονες καφετέριες, ενώ όσοι παραδοσιακοί χώροι απέμειναν, αποτελούν χώρους συναθροίσεως ηλικιωμένων.
(Πηγή: www.livepedia.gr)
(Φωτο: Δημήτρης Χαρισιάδης, Κρήτη 1957)
Το ελληνικό καλοκαίρι είναι συνδεδεμένο άρρηκτα με το παγωτό. Μικροί και μεγάλοι, όλες τις ώρες της ημέρας αναζητούν τη δροσιά της «παγωμένης απόλαυσης». Το παραδοσιακό ξυλάκι με γεύση βανίλιας ή το παγωτό χωνάκι, είναι χαραγμένα στην μνήμη μας, και σε μυρωδιά και σε γεύση. Που έβρισκαν οι παλιότεροι παγωτά όταν δεν υπήρχαν σούπερ μάρκετ και περίπτερα σε κάθε γωνιά; Τη δουλειά αυτή την αναλάμβανε ο παγωτατζής!
Με το τρίτροχο ποδήλατο ή το μηχανοκίνητο καροτσάκι έκανε την εμφάνισή του στα συνηθισμένα στέκια, και διαλαλούσε το παγωτό του, στα δημοτικά σχολεία, στις εκκλησίες τις Κυριακές και τις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια, στις πλατείες, στα παζάρια, στις εκδρομές, στους ποδοσφαιρικούς αγώνες και όπου αλλού σύχναζε πολύς κόσμος. Με το καρότσι του γεμάτο παγωμένη κρέμα και παγωτά κασάτα περιφέρονταν στις γειτονιές και πούλαγε την γλυκιά πραμάτια του.
Μέσα σε ένα μεγάλο κάδο με χιόνι (ή έτοιμο πάγο αργότερα), έριχναν στρώσεις αλάτι για να διατηρείται η θερμοκρασία κάτω από το μηδέν. Εκεί βύθιζαν ένα δεύτερο κάδο πιο μικρό, γεμάτο παγωτό, το οποίο κάθε λίγο ανακάτευαν με μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα για να μην κρυσταλλώσει. 

Στην Ελλάδα η πρώτη γαλακτοβιομηχανία άνοιξε το 1934, στον Βοτανικό. Λίγα χρόνια αργότερα άνοιξε και στη βόρεια Ελλάδα μεγάλη γαλακτοβιομηχανία, με έδρα τις Σέρρες. Τότε κυκλοφόρησε το πρώτο τυποποιημένο παγωτό.
(Πηγή: www.ekriti.gr)

Ξέρω έναν κύριο γελαστό
με μουστάκι στριφογυριστό
που παρασκευάζει παγωτά
με αγνά και φρέσκα υλικά

Κάθε μέρα τριγυρνά
από γειτονιά σε γειτονιά
με τ’ αμάξι το χρωματιστό
όνειρο στον κόσμο των παιδιών


Φράουλα, μαστίχα και κεράσι
όποιος φάει δε θα το ξεχάσει
κρέμα, καραμέλα και λεμόνι
τρως, και το μυαλό σου δυναμώνει !

Τώρα με λαχτάρα καρτερώ
τον παγωτατζή το γελαστό
έχω δέκα ευρώ στον κουμπαρά
φτάνουν για πέντε έξι παγωτά

Μόλις ακουστεί η μουσική
να `μαι μες στο δρόμο στη στιγμή
μα ν’ αποφασίσω δεν μπορώ
ποια από τις γεύσεις προτιμώ

Φράουλα, μαστίχα και κεράσι
όποιος φάει δε θα το ξεχάσει
κρέμα, καραμέλα και λεμόνι
τρως, και το μυαλό σου δυναμώνει !

Φράουλα..
Μαστίχα..
Σοκολάτα..
Καραμέλα.. 
και λεμόνι..
βατόμουρο..
παρφέεεε

Φράουλα, μαστίχα και κεράσι
όποιος φάει δε θα το ξεχάσει
κρέμα, σοκολάτα και φιστίκι

είναι η πιο γλυκιά σας καταδίκη !

Ο παγωτατζής, Σοφία Παπάζογλου

Περιοχή: οδός Αθηνάς 42
Έτος: 1878-1886
Περιγραφή
Το συγκρότημα της Δημοτικής Αγοράς άρχισε να οικοδομείται από τον Δήμο Αθηναίων με βραδείς ρυθμούς το έτος 1878, στον χώρο ανατολικά του Βαρβακείου. Μεσολάβησε ωστόσο η πυρκαγιά της 8-9 Αυγούστου 1884 που κατέκαυσε τις παράγκες της παλαιότερης Αγοράς (της περιόδου της Τουρκοκρατίας) που λειτουργούσε ακόμη τότε στα ανατολικά της Βιβλιοθήκης του Αδριανού και, κατόπιν αυτού, επιταχύνθηκαν οι εργασίες στην οδό Αθηνάς και η Νέα Αγορά αποπερατώθηκε το έτος 1886. Έκτοτε λειτουργεί αδιάκοπα, στεγάζοντας μεγάλο αριθμό καταστημάτων τροφίμων, ενώ ανακαινίστηκε σταδιακά μεταξύ των ετών 1979-1996, από τον Δήμο, σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού.

(Πηγή: www.eie.gr)
(Φωτό: Κώστας Μεγάλο οικονόμος)


*(Στίχοι: Σαράντης Τσιλιβερδής, Πρώτη εκτέλεση: Πρόδρομος Τσαουσάκης)



Αλμπάνης (από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής)
– Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής ήταν τα πέταλα, το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο. 
– Μετά με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο το πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Τα πέταλα είχαν τρύπες γύρω – γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του. 
– Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.
(Πηγήhttp:www.asxetos.gr)

Πριν μερικές δεκαετίες τότε που δεν υπήρχε στις πόλεις δίκτυο ύδρευσης αλλά ούτε και πολλές βρύσες, οι άνθρωποι αγόραζαν το νερό που, φυσικά, δεν ήταν εμφιαλωμενο όπως σήμερα.
Η αναγκαιότητα του νερού δημιούργησε και το επάγγελμα του νερουλά. Κάθε γειτονιά τότε είχε και το νερουλά της.
Τον πρώτο καρό η μεταφορά του νερού γινόταν με τενεκέδες. Γέμιζε ο νερουλάς από μία
κεντρική βρύση τους τενεκέδες, τους έδενε έπειτα σ’ ένα γυρτό ξύλο και τους κουβαλούσε στον ώμο.
Για να εξυπηρετήσει όλη του την πελατεία, έκανε πολλά δρομολόγια. Στους δρόμους απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ.
Αλλες φορές αντί για τενεκέδες, κουβαλούσε μεγάλα μπακιρένια γκιούμια.
Με τον καιρό, όμως, κι επειδή οι ανάγκες των ανθρώπων πολλαπλασιάστηκαν, κουβαλούσε μαζί του κάποιο ζώο (γαϊδούρι ή μουλάρι), το οποίο φόρτωνε με μεγάλα ξύλινα βαρέλια των 30 οκάδων περίπου το καθένα. Έτσι, κουραζόταν λιγότερο. Αυτά τα βαρέλια είχαν μια κάνουλα και από ‘κεί γέμιζε ο νερουλάς τις κανάτες της νοικοκυράς. Άλλοι νερουλάδες πάλι χρησιμοποιούσαν βοϊδάμαξες, με τις οποίες μετέφεραν βαρέλια των 100 οκάδων. Αυτοί πωλούσαν το νερό με τον κουβά για οικιακή χρήση (πλύσιμο καθαριότητα).
Αυτή η δουλειά γινόταν από την άνοιξη και μέχρι το φθινόπωρο. Το χειμώνα ο κόσμος έπαιρνε νερό από τα ρυάκια που σχηματίζονταν από τις βροχές και τα χιόνια.
Όλα αυτά γίνονταν στις πόλεις. Γιατί στην ύπαιθρο δεν υπήρχε πρόβλημα. Σε κάθε χωριό υπήρχαν 2-3 βρύσες και από εκεί εξυπηρετούνταν οι άνθρωποι.
Νερουλάδες στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’30. Τότε αντικαταστάθηκαν από υδροφόρες του Δήμου. Μεγάλα βυτία, δηλαδή, που μετέφεραν το νερό στις συνοικίες του υδραγωγείου. Σταδιακά, βέβαια, ο Οργανισμός Ύδρευσης άρχισε να εφοδιάζει όλα τα σπίτια με νερό.
Στις Συκιές, σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιών κατοίκων, τη δεκαετία του ’20 η υδροδότηση γινόταν από τις πηγές του Χορτιάτη. Υπήρχαν, όμως, σε ορισμένα σημεία βρύσες, απ’ όπου προμηθεύονταν οι κάτοικοι το νερό. Θα θυμούνται οι παλαιότεροι Συκιώτες, αναπολώντας τα περασμένα, πώς ήταν και πώς έγινε αυτός ο τόπος.
*Πηγή: Β. Σαρησάββας – Παραδοσιακά επαγγέλματα
Ο πιο διάσημος νερουλάς της χώρας μας ήταν ο Σπύρος Λούης, από το Μαρούσι.
Αυτός ήταν συνηθισμένος να κάνει πολλά χιλιόμετρα καθημερινά, προκειμένου να μοιράζει το νερό, είχε και μεγάλη αντοχή στο τρέξιμο, έτσι όταν του πρότειναν να λάβει μέρος στον μαραθώνιο δρόμο (στους πρώτους ολυμπιακούς αγώνες – 1896) δέχτηκε αμέσως.
Το αποτέλεσμα ήταν να βγει πρώτος, προσπερνώντας μεγάλα αθλητικά ονόματα της εποχής, και να κερδίσει τον τίτλο του πρώτου Έλληνα ολυμπιονίκη της σύγχρονης εποχής.
Μια ιστορία λέει πως όταν κέρδισε την πρώτη θέση στον μαραθώνιο, ο τότε βασιλιάς Γεώργιος προσφέρθηκε να του χαρίσει ό,τι δώρο ήθελε. Ο Λούης, σεμνός και προσγειωμένος, του απάντησε: «Ένα γαϊδουράκι θέλω μόνο, για να με βοηθάει να κουβαλάω το νερό»!
(Πηγή:http://krasodad.blogspot.gr)

Τα παλιά χρόνια ο μπαρμπέρης ήταν υπαίθριο επάγγελμα. Εντόπιζαν ένα καλό μέρος όπου δε φυσούσε, έστηναν την πολυθρόνα και δούλευαν εκεί. Αργότερα στεγάστηκαν στα καφενεία, μιας και τα κουρεία ήταν ταυτόχρονα και στέκια. Μαζευόντουσαν εκεί οι άντρες, κουβέντιαζαν και διάβαζαν εφημερίδα. Καμιά φορά έλεγαν και παραμύθια, γιατί οι περισσότεροι κουρείς ήταν και καλοί παραμυθάδες.
Ο παραδοσιακός κουρέας είχε την χειροκίνητη μηχανή, ψιλή ή χοντρή για μαθητές, το καλοτροχισμένο ψαλίδι, το λουρί για το τρόχισμά του. Σε μια πρόκα ήταν καρφωμένα τα χαρτάκια για να σκουπίζει τις σαπουνάδες. Δίπλα είχε το δοχείο με το κόκκινο λάστιχο που μέσα έβαζε το χαρτάκι για να σκουπίζει το ξυράφι. Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε ο αφρός ξυρίσματος, αλλά το παραδοσιακό σαπούνι όπου δημιουργούσε τη σαπουνάδα και είχαν την αρωματική πούδρα για πασπάλισμα του σβέρκου. Επίσης δεν υπήρχε λακ, αλλά το μπριλ γκημ για το συγκράτημα των μαλλιών. Στον τοίχο ήταν κρεμασμένη η νιφτήρα και από κάτω η λεκάνη για να κρατάει τα μοσχομυρισμένα από τις πούδρες βρωμόνερα. Όταν άδειαζε η λεκάνη στο πεζοδρόμιο, μοσχοβολούσε ο τόπος.
Ο μπαρμπέρης εκτός από την τέχνη του κουρέματος και του ξυρίσματος, έκανε και τον πρακτικό γιατρό ή τον οδοντογιατρό, ανάλογα με το πώς τον καλούσε η ανάγκη.
Όταν ο κουρέας έπρεπε να βγάλει ένα σάπιο δόντι, κάθιζε τον πελάτη στην πολυθρόνα, έδενε μια μεγάλη πετσέτα ολόγυρα στο λαιμό του πελάτη, και έβαζε τα καλφαδάκια (βοηθούς) να τον κρατάνε σφικτά. Ύστερα έπαιρνε μια τανάλια και με ένα τράβηγμα ξερίζωνε το δόντι. Αν ο πελάτης λιποθυμούσε από τον πόνο, ο κουρέας του έριχνε μια κανάτα νερό για τον συνεφέρει. Ύστερα έφτιαχνε αλατόνερο και με αυτό απολύμανε την πληγή και σταματούσε την αιμορραγία.
Σε κάποια ορεινά χωριά, ο οδοντογιατρός – μπαρμπέρης χρησιμοποιούσε για την εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού ένα φυτό που το λένε σκάρφη. Ξέραινε τη ρίζα της σκάρφης και έβαζε απάνω στο δόντι ένα κομματάκι. Το φυτό αυτό είχε την ιδιότητα να λιώνει κυριολεκτικά το δόντι. Φυσικά μαζί με το χαλασμένο δόντι, συχνά καταστρέφονταν και τα γερά. Όταν ο κουρέας ήθελε να σφραγίσει ένα δόντι, το σκάλιζε στο σημείο που ήταν σάπιο με ένα λεπτό σύρμα. Το καθάριζε καλά και ύστερα έλιωνε ασήμι, το έκανε μπαλάκι και το τοποθετούσε στην κουφάλα του δοντιού.
Παράλληλα με το επάγγελμα του οδοντογιατρού, ο κουρέας έκανε και τον πρακτικό γιατρό. Όταν κάποιος είχε ζαλάδα λόγω υπέρτασης, πήγαινε στον κουρέα να του πάρει αίμα. Ο κουρέας ξάπλωνε τον ασθενή στην πολυθρόνα και του ξύριζε ίσαμε μια δεκάρα την κορυφή του κεφαλιού. Στη συνέχεια του χάραζε με ένα ξυραφάκι το σημείο του δέρματος. Μόλις άρχιζε να αναβλύζει το αίμα, έπαιρνε ένα κέρατο από βόδι, ακουμπούσε το ένα άκρο στην πληγή και από το άλλο άκρο ρουφούσε το αίμα και το έφτυνε σε μια λεκάνη. Με τον τρόπο αυτό τραβούσε ως και δύο ποτήρια αίμα και ο άρρωστος ξαλάφρωνε.
Μέσα στα καθήκοντα του πρακτικού γιατρού ήταν και το κόψιμο των βεντουζών. Όταν κάποιος κρυολογούσε φώναζε τον κουρέα να του κόψει βεντούζες. Στην αρχή ο κουρέας κρατώντας μια μια τις βεντούζες τις ζέσταινε λίγο στο δαυλό που κρατούσε στο ένα χέρι και με το άλλο τοποθετούσε τη βεντούζα στην πλάτη του αρρώστου. Αφού προκαλούσε υπεραιμία, έβγαζε το τσάρκι (ένα μηχάνημα με ξυραφάκι) και με αυτό χάραζε την πλάτη του αρρώστου στα σημεία που είχε προηγουμένως σημειώσει με σταυρό. Μόλις άρχιζε να αναβλύζει το αίμα, ο κουρέας έβαζε πάνω στην πληγή τη ζεστή βεντούζα για να τραβήξει το «χαλασμένο αίμα» όπως έλεγαν. Ύστερα για να μη μολυνθούν οι πληγές, ο πρακτικός γιατρός έβαζε πάνω στις πληγές λίγο ελαιόλαδο και τις σκέπαζε με ένα καθαρό πανί.
(Πηγή: entre.gr)
(Φωτό: 1967)