Η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Παπαστράτου είναι ταυτισμένη με τον καπνό και το τσιγάρο. Άρχισε το 1896 από τον Ευάγγελο Παπαστράτο, όταν από ηλικίας 12 χρόνων έγινε υπάλληλος στην καπνεμπορική εταιρεία «Ρόζης και Βαρνάβας». Ήταν ο μικρότερος από τέσσερα αδέλφια, που δεν κατόρθωσε να σπουδάσει και έτσι βγήκε νωρίς στη βιοπάλη. Και το 1906 θεμελίωσε την επιχειρηματική «ταυτότητα» της οικογένειας με... δανεικά χρήματα!
Αν τελικώς οι γονείς του ενέδιδαν στην επιθυμία του να μεταναστεύσει στην Αμερική, απογοητευμένος από την υπαλληλική του απασχόληση, ίσως το όνομα Παπαστράτος να μη γινόταν συνώνυμο του «επιχειρηματικού μύθου» για πολλές δεκαετίες.
Η γεωργική μονοκαλλιέργεια του καπνού (και της σταφίδας) ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας για πολλές δεκαετίες και κυρίως πριν από τον πόλεμο αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία μιας ευρύτατης οικονομικής δραστηριότητας πέριξ αυτού, αλλά και έντονων κοινωνικών συγκρούσεων, κυρίως από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα ως και το τέλος του Μεσοπολέμου.
* Εμπόριο η πρώτη ενασχόληση
Η οικογένεια Παπαστράτου, προτού ακόμη αποκτήσει τη «βιομηχανική της ταυτότητα» το 1930, για περίπου δύο δεκαετίες ανήκε στη «χορεία» των πρωταγωνιστών του ελληνικού καπνεμπορίου.
Όπως αναφέρει ο Δημ. Τσούγκος στο βιβλίο του «Οι οικονομικοί μας ηγέται» (Αθήνα 1932), την πρώτη δεκαετία του αιώνα οι τιμές που απολάμβαναν οι καπνοπαραγωγοί ήταν εξευτελιστικές και τούτο οφείλεται «κυρίως διά να μην είπωμεν αποκλειστικώς εις την έλλειψιν ωργανωμένου και συστηματικού καπνεμπορίου. Και από της απόψεως αυτής η πλέον καθυστερημένη περιφέρεια ήτο η του Αγρινίου, εις την οποίαν επρόκειτο να εργασθή ο Ευάγγελος Παπαστράτος».Πράγματι η ανάδειξη των καπνών του Αγρινίου στις ξένες αγορές οφείλεται στην εμπορική δραστηριότητα της οικογένειας Παπαστράτου.
Ο επιχειρηματικός «γενάρχης» λοιπόν της οικογένειας, ο Ευάγγελος Παπαστράτος, το 1906 αποχωρεί από την εταιρεία «Ρόζης και Βαρνάβας» και με 3.000 δανεικές δραχμές γίνεται μέτοχος μιας νέας εταιρείας επίσης καπνεμπορικής που δημιούργησε ένας «γνωστός κεφαλαιούχος» της εποχής, ο Αυγερινός, το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ήταν 300.000 δρχ! της εποχής εκείνης εννοείται.
Αυτή είναι και η αφετηρία της εντυπωσιακής, περιπετειώδους και σε κάθε περίπτωση χαρακτηριστικής ιστορίας εκείνης της προπολεμικής γενιάς του επιχειρηματικού κόσμου.
Οι πρώτες του δουλειές έγιναν στη Γερμανία και στην Ολλανδία. Τα δεδομένα όμως στο ελληνικό καπνεμπόριο αλλάζουν μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τα ονομαστά στις ξένες αγορές καπνά της Μακεδονίας και της Θράκης αποτελούν για τους καπνεμπόρους της «παλιάς Ελλάδας» το καλύτερο «διαβατήριο» για την είσοδό τους στις αγορές της Ευρώπης και της Αμερικής.
Είναι χαρακτηριστική η αναφορά που γίνεται στην έκδοση «Πρακτικός οδηγός περί καλλιέργειας του καπνού και ιδίως του μυρωδάτου καπνού της Ξάνθης» (Α. Λάμπρου, καπνοπαραγωγός, Εν Αθήναις 1905): «Ξάνθη είναι πόλις και επαρχία της Νοτιοανατολικής Μακεδονίας ένθα γίνονται τα περιφημότερα μυρωδάτα καπνά, Καβάλα δε η παραθαλασσία πόλις της επαρχίας ταύτης ένθα γίνεται η εμπορική επεξεργασία των καπνών της Ξάνθης και εκείθεν η εξαγωγή αυτών εις όλην την οικουμένην».   Την άνοιξη του 1919, όπου και συναντήθηκε με τους άλλους τρεις αδελφούς, τον Σωτήρη, τονΕπαμεινώνδα και τον Γιάννη και αρχίζει μια νέα περίοδος στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας, αφού στη νέα εταιρεία και οι τέσσερις γίνονται μέτοχοι.
* Άλλοι ξεριζώθηκαν και αυτοί έκλαιγαν τα καπνά τους
Ο ελληνικός στρατός περνάει στη Μικρά Ασία. Λίγο αργότερα η εταιρεία ανοίγει υποκατάστημα στη Σμύρνη. Και μετά από δύο χρόνια χάνει 300.000 κιλά καπνά καλής ποιότητας «από έλλειψη δραστήριας ενέργειας του εκεί αντιπροσώπου μας κυρίως, δεν φορτώθηκαν εγκαίρως και τα βρήκε η καταστροφή συγκεντρωμένα σε τρεις αποθήκες στη Σμύρνη»γράφει ο Ε. Α. Παπαστράτος στα απομνημονεύματά του.
Από το 1921 ως και το 1929 ο οίκος Παπαστράτου εξήγε κατά μέσον όρο ετησίως 3.382 τόνους καπνών, κάλυπτε δηλαδή το 1/10 του συνόλου των εξαγωγών καπνού.
Μεταξύ των τεσσάρων αδελφών υπήρξε ένας «εσωτερικός καταμερισμός εργασίας». Ετσι, ο Ευάγγελος και οΕπαμεινώνδας ασχολούνται με τις πωλήσεις και παρέμειναν ως την ίδρυση της καπνοβιομηχανίας, το 1930, στο εξωτερικό, ο Ιωάννης, αφού εξελέγη γερουσιαστής επί τριετίαν και στη συνέχεια βουλευτής, «αφιερώνεται εις τας εν Ελλάδι εργασίας του οίκου και υπερασπίζει τα συμφέροντα αυτού ενώπιον των αρχών» κτλ. (Δημ. Τσούγκος ό.π.), ενώ «ο Σωτήριος ασχολείται επίσης με τας εν Ελλάδι εργασίας του οίκου και διευθύνει επί πλέον και το λογιστήριόν του».
Τους πρώτους μήνες του 1930 περιορίστηκαν οι συναλλαγές με τη γερμανική αγορά και, όπως αναφέρει ο Ε.Παπαστράτος«πήραμε την απόφαση να πραγματοποιήσουμε πια το σχέδιο, που χρόνια μελετούσαμε: να ιδρύσουμε στην Ελλάδα ένα πρότυπο εργοστάσιο σιγαρέττων, που θέλαμε να αποτελέσει σταθμό στην εξέλιξη της καπνοβιομηχανίας στη χώρα μας».
Πράγματι τον Ιούλιο του 1930 δημιουργείται η Παπαστράτος Ανώνυμη Βιομηχανική Εταιρεία Σιγαρέττων και τον Μάιο του 1931 στον Πειραιά έγιναν τα εγκαίνια του εργοστασίου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Έκτοτε η βιομηχανική παρουσία της οικογένειας άλλαξε τα δεδομένα στον κλάδο του τσιγάρου.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1933, δημιούργησαν στο Βερολίνο το δεύτερο εργοστάσιο, το Hellas - Zigaretten Fabrik, και τα καπνά ήταν αποκλειστικώς ελληνικά. «Αυτό ήταν λάθος» γράφει ο Ε. Παπαστράτος, γιατί «το καπνιστικό κοινό της Γερμανίας ήταν μαθημένο στα ανατολικά καπνά, αλλά είχε συνηθίσει σε χαρμάνια καμωμένα από καπνά ελληνικά, τούρκικα και βουλγάρικα ανάμικτα». Το λάθος βέβαια διορθώθηκε, αλλά ήταν όμως αργά. Ο Χίτλερ είχε ανεβεί στην εξουσία, το κλίμα είχε γίνει εχθρικό για όλους τους ξένους. Έτσι, το 1936 «αναγκαστήκαμε να κλείσουμε το εργοστάσιό μας του Βερολίνου, με ζημιά πολύ σοβαρή, που εκμηδένισε τα κέρδη μιας δεκαετίας της καπνεμπορικής μας εταιρείας».
Το 1937 η οικογένεια επιχειρεί να εκμεταλλευθεί την αγορά της Αιγύπτου εξαγοράζοντας στο Κάιρο το εργοστάσιο Nestor Gianaclis. Αλλά «ύστερα από αγώνα δεκαοχτώ περίπου ετών, δαπανηρότατο, αναγκαστήκαμε κι εμείς το 1955 να σταματήσουμε τη λειτουργία του εργοστασίου μας του Καΐρου» γράφει ο ίδιος. 
Τον Σεπτέμβριο του 1940, παραμονές του πολέμου, ο Σωτήρης Παπαστράτος πεθαίνει και όταν ήλθε η γερμανική κατοχή «οι Ναζήδες δέσμευσαν αμέσως όλα τ' αποθέματα καπνών. Είχαμε 2.500.000 κιλά περίπου αποθέματα της ΠΑΒΕΣ (...) είχαμε άλλα 1.500.000 κιλά της καπνεμπορικής εταιρείας μας που προορίζονταν για εξαγωγή. Τα δεύτερα κατασχέθηκαν». Η περίοδος της Κατοχής συσσώρευσε τεράστιες ζημιές, αλλά και τα μεταπολεμικά χρόνια δεν ήταν εύκολα. Η κατανάλωση τσιγάρων στο εσωτερικό φθάνει σε ικανοποιητικά ύψη, αλλά οι εξαγωγές τους δυσκολεύονται από την επικράτηση των american blends, ενώ οι εξαγωγές της εταιρείας σε φύλλα καπνού βρίσκουν ξανά τους προπολεμικούς πελάτες τους. Το 1957 η εταιρεία κυκλοφορεί το πρώτο της τσιγάρο με φίλτρο και το 1965 επανεμφανίζει το Old Navy και παράγει το Astor για λογαριασμό της γερμανικής Reemtsma.
* Αρχίζουν οι διεθνείς συνεργασίες
Το 1975 αρχίζει η συνεργασία της με τη Philip Morris και έτσι κυκλοφορεί το Marlboro στην Ελλάδα. Πρόκειται για προφανέστατη στρατηγική επιλογή. Ως το 1980 η εταιρεία έχει συσσωρεύσει αρκετές ζημιογόνες χρήσεις και το «γύρισμα» αρχίζει από το 1983.
Η άνοδος είναι κατακόρυφη, με αποτέλεσμα να διατηρεί ως σήμερα την πρώτη θέση στην αγορά με μερίδιο 35%, έχοντας παράλληλα ισχυρή παρουσία στις αγορές των Βαλκανίων και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.  Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στο διοικητικό συμβούλιο της Παπαστράτος ΑΒΕΣ αντιπροσωπεύονται σήμερα ορισμένα από τα ισχυρότερα ονόματα του προπολεμικού αλλά και του μεταπολεμικού επιχειρηματικού κόσμου. Πρόεδρος είναι ο κ. Α.Αβέρωφ, εκπροσωπώντας βεβαίως την οικογένεια των ιδρυτών, ενώ παράλληλα συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, γόνοι της οικογενείας Ηλιάσκου και της οικογενείας Γκέρτσου  καθώς και εκπρόσωποι άλλων εταιρειών και ομίλων που πρωταγωνίστησαν στην ελληνική οικονομική ιστορία αυτού του αιώνα. Ίσως αυτή η εκπροσώπηση να έχει τη δική της σημειολογική σημασία.
(Πηγή:www.epoxi.gr)
Πρόκειται για μια επιχείρηση η οποία θεωρείται από τα δυνατά χαρτιά του ελληνικού επιχειρείν και στηρίζει έμπρακτα την ελληνική οικονομία τόσο με την παραγωγή προϊόντων, όσο και με την απασχόληση εκατοντάδων εργαζομένων. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι 7 στα 10 ξυραφάκια BIC παγκοσμίως είναι ελληνικής κατασκευής. Ηκαινοτομία είναι στο DNA της εταιρείας δεδομένου ότι τα τελευταία οχτώ χρόνια έχει κατοχυρώσει περισσότερες από 40 ελληνικές πατέντες, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι οι Έλληνες εργάζονται σκληρά και μεθοδικά.
Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε το 1952 από την οικογένεια Πολίτη, η οποία εξειδικευόταν στην παραγωγή ξυριστικών λεπίδεων δύο αιχμών. Η ξυριστική λεπίδα δύο αιχμών, ASTOR και η ιδιαίτερα ανταγωνιστική της τιμή ήταν εκείνα που συνέβαλαν στην καθιέρωση της ΒΙΟΛΕΞ στην αγορά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η ASTOR είχε ήδη ξεπεράσει κορυφαίες διεθνείς εταιρίες και ήταν η εταιρία με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Ελλάδα. Το 1973 ήταν ορόσημο για την οικογένεια Πολίτη, καθώς ο Σουηδός μηχανικός Kenneth Gyllerstrom, σχεδίασε και παρήγαγε στο Περιστέρι το πρώτο απορριπτόμενο ξυριστικό μιας χρήσεως στον κόσμο. Ήταν μια κατασκευή που άλλαξε τα δεδομένα στον κόσμο των ξυραφιών. 
Οι στρατηγικές συνεργασίες ήταν το επόμενο βήμα, με τον Αναστάσιο Πολίτη να συνάπτει συμφωνία με τον Γαλλίκο όμιλο BIC, το όνομα του οποίου ήταν επίσης συνδεδεμένο με την καινοτομία, καθώς είχε κάνει μία αντίστοιχη επανάσταση με το στυλό μιας χρήσεως. Ένα χρόνο αργότερα η οικογενειακή επιχείρηση μετονομάζεται σε BIC VIOLEX και παράγει αρχικά για την ελληνική αγορά το πρωτοποριακό ξυριστικό μιας χρήσεως.
Το 1975 η BIC VIOLEX γίνεται μύθος και η πατέντα της τίθεται σε διεθνή κυκλοφορία. Τα εργοστάσια παραγωγής ξυριστικών λεπίδων σε Γαλλία, Βραζιλία και Αμερική δεν άργησαν να έρθουν και μέχρι και σήμερα κατασκευάζουν εκατομμύρια ξυραφάκια, τα οποία διοχετεύονται στις αγορές του εξωτερικού. Τελευταίος σταθμός για την οικογένεια Πολίτη ήταν το 1999, όταν η BIC VIOLEX εξαγοράστηκε από τον όμιλο BIC χωρίς, ωστόσο, η εξαγορά να στερεί από την επιχείρηση την ελληνικότητά της. Μέχρι και σήμερα διοικείται παγκοσμίως από Έλληνες και η παραγωγή είναι εγχώρια, καθιστώντας το ξυραφάκι BIC ένα αμιγώς ελληνικό προϊόν.
(Πηγή: www.fortunegreece.com)
Το 1870 στο πλούσιο από ελαιόδεντρα Ελληνικό Νησί της Λέσβου, ο Δημήτρης Παπουτσάνης συγκροτεί το πρώτο ατμοκινούμενο εργοστάσιο παραγωγής ελαιολάδου, το οποίο όμως δεν εξήγαγε μόνο ελαιόλαδο άριστης ποιότητας αλλά και αγνό σαπούνι ελαιλάδου.
Αυτό σήμανε τη γέννηση μιας εταιρίας που μετρά πάνω από 140 χρόνια… 
Το 1913 η παραγωγική μονάδα μεταφέρθηκε στον Πειραιά, όπου η πρώτη γραμμή βιομηχανικής παραγωγής σαπουνιού ξεκίνησε.
Η επέκταση της εταιρίας το 1972 και η ένταξη της στο Χρηματιστήριο Αξιών μέχρι και σήμερα  μετέφερε στα βόρεια προάστια της Αθήνας τις δραστηριότητες της.
Τον Φεβρουάριο του 2001, η συνεχής ανάπτυξη της Παπουτσάνης οδήγησε στα εγκαίνια του νέου εργοστασίου στα βόρεια της Αττικής, περιοχή Χαλκίδας καθιστώντας τη μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής σαπουνιού στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τον μεγαλύτερο προμηθευτή ξενοδοχειακών προϊόντων προσωπικής περιποίησης στην Ελλάδα.

"ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ" η Ελληνική Εταιρεία που με τις πρωτοπορίες και τα βραβεία της, συνεχίζει μέχρι σήμερα να φροντίζει για την ενυδάτωση και περιποίηση στο σώμα, το πρόσωπο και τα μαλλιά.

(Πηγή: www.papoutsanis.gr)
Επί 85 χρόνια τα τσιγάρα Santé συντρόφευσαν γενιές και γενιές Ελλήνων. Με το βαρύ τους χαρμάνι και το vintage πακέτο με τη μυστηριώδη και μοιραία γυναίκα μιας άλλης εποχής υπήρξαν τα πιο cult και παράλληλα αρχοντικά ελληνικά τσιγάρα. Το τέλος εποχής τους όμως ήρθε, καθώς η Philip Morris τα αποσύρει λόγω χαμηλών πωλήσεων και μαζί με αυτά λέει αντίο και στο ΄Ασσος άφιλτρο και το 'Ασσος φίλτρο κασετίνα.
Η ιστορία του Santé
Μπορεί στα σημερινά πακέτα να αναγράφεται με πομπώδη γράμματα ότι «το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία», αλλά στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου οι διαφημιστές της εποχής προσπάθησαν να επιβάλλουν το κάπνισμα στην αγορά ως κάτι τι υγιεινό.
Κάπως έτσι ο Χαρίλαος Κωνσταντίνου, έβγαλε στην αγορά το θρυλικό τσιγάρο το 1931 και το ονόμασε Santé, σε μία γαλλική παραλλαγή της λέξης sanitas, που στα λατινικά σημαίνει υγεία. Στα αλήθεια δεν ήταν κι ένα πολύ υγιεινό τσιγάρο καθώς, αν και από πολύ καλό χαρμάνι, περιείχε 0,7 mg νικοτίνη και 18mg πίσσα.
Τα γραφεία της εταιρείας Κωνσταντίνου ήταν στην οδό Λυκούργου αλλά τα τσιγάρα φτιάχνονταν στο δημόσιο καπνεργοστάσιο της οδού Λένορμαν. Όπως έγραφαν στο πρώτο τους πακέτο η εταιρεία κατείχε «Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας αρ. 2373» και «Πιστοποιητικόν Χημείου Εθνικού Πανεπιστημίου ότι περιέχει ελάσσονα νικοτίνην αρ.2373».

Μια γυναίκα - σκάνδαλο στο πακέτο
Το πακέτο με την ξανθιά ντίβα που καπνίζει είχε φιλοτεχνήσει ένας Αθηναίος ζωγράφος. Όταν τα τσιγάρα πρωτοκυκλοφόρησαν όλοι προσπαθούσαν να μάθουν ποια είναι η όμορφη ξανθιά του πακέτου. Η γυναίκα - μυστήριο έγινε σχεδόν αστικός μύθος. Κάποιοι έλεγαν ότι ήταν απλά μία φανταστική γυναίκα. Άλλοι ότι ήταν η αγαπημένη του ζωγράφου. Στα αλήθεια όμως ήταν η αγαπημένη κάποιου άλλου…
 για τη Ζωζώ Νταλμάς, διάσημη ηθοποιό, τραγουδίστρια της όπερας και χορεύτρια των αρχών του περασμένου αιώνα. Όμορφη, ατίθαση, τολμηρή κι απρόβλεπτη, ήταν μία γυναίκα που δεν περνούσε απαρατήρητη. Η Ελληνίδα ντίβα είχε κάψει πολλές καρδίες στους καιρούς της… Μία εξ αυτών ήταν του Κεμάλ Ατατούρκ.
Η γνωριμία τους αλλά και η σχέση τους κινηματογραφική. Γνωρίστηκαν σε ένα νυχτερινό μαγαζί που εκείνη χόρευε και πέρασαν τη νύχτα μαζί. Το επόμενο πρωί ο Κεμάλ ξύπνησε κι έφυγε, αφήνοντας ένα χαρτονόμισμα χιλίων λιρών στο κομοδίνο του. Εκείνη εξέλαβε την κίνηση του ως τρομερή προσβολή και του απάντησε με τον τρόπο της.
Πάνω στο χαρτονόμισμα ήταν τυπωμένο το πρόσωπο του Κεμάλ. Πήρε λοιπόν ένα ψαλίδι και έκοψε προσεχτικά το κομμάτι που ήταν η εικόνα του. Παράτησε στο κομοδίνο το άχρηστο πλέον χαρτονόμισμα, μαζί με ένα το σημείωμα: «Από αυτό που μου αφήσατε πήρα μόνο αυτό που μου χρειαζόταν. Το υπόλοιπο σας το επιστρέφω γιατί μου είναι εντελώς άχρηστο», έγραφε.
Την άλλη μέρα της έστειλε κοσμήματα. Του τα επέστρεψε και τελικά κατάλαβε ότι αυτή η γυναίκα δεν εξαγοραζόταν με χρήματα. Ο δεσμός τους κράτησε πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τον θάνατο του Κεμάλ.
Γυναίκα αράχνη ή κατάσκοπος;
Για κάποιους η Ζωζώ Νταλμάς ήταν μια γυναίκα αράχνη. Πολλοί έλεγαν ότι ήταν ένας «διπλός πράκτορας», που χρησιμοποιούσε την ομορφιά της για να εξάγει μυστικά της τουρκικής κυβέρνησης. Όταν ερχόταν στην Ελλάδα είχε άλλωστε υψηλές επαφές, μεταξύ των οποίων και ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Η ίδια είχε πει: «Κατάσκοπος δεν ήμουνα, Ελληνίδα ήμουνα».
Η πατριωτική της δράση συνεχίστηκε και στην κατοχή. Οι πράκτορες της Γκεστάπο την ξυλοκόπησαν άγρια, όταν αρνήθηκε να καταδώσει αντιστασιακούς, με αποτέλεσμα, όντας 4 μηνών έγκυος, να αποβάλει το μωρό της.
Πέθανε το 1988 σε ένα γηροκομείο της Αθήνας, το πρόσωπο της έμεινε όμως στα Santé, για να θυμίζει τη γυναίκα θρύλο.
Ένα βιβλίο για το Santé
Το Santé το είδαμε να φιγουράρει στα χέρια διάσημων πρωταγωνιστών του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά να αναφέρεται και σε πλήθος μυθιστορημάτων.
Πρόσφατα μάλιστα ένα ολόκληρο βιβλίο γράφτηκε για αυτό, υπό τον τίτλο «Santé. 15 συγγραφείς κι ένα μυθικό τσιγάρο».
Ο πρόλογος του βιβλίου γράφει: «Το τσιγάρο που τύλιξε στον καπνό του επτά δεκαετίες νεοελληνικού βίου, το τσιγάρο που κέντρισε την ευαισθησία των εραστών της Τέχνης και της Ζωής, το τσιγάρο που συντρόφευσε θερμά τις προσωπικές στιγμές εκατομμυρίων καπνιστών εξελίχθηκε σε ζωντανό θρύλο που κάθε μέρα γίνεται νεότερος. 15 συγγραφείς εμπλέκονται στο μύθο του Santé. Και μέσα από το κατακόκκινο πακέτο ανασύρουν γεύσεις και αρώματα εποχών, επιθυμίες και αισθήσεις, όνειρα και περιπέτειες μνήμης, αποκαλύπτοντας τις λεπτομέρειες μιας σχέσης ιδιαίτερα προσωπικής όσο και ανέλπιστα συλλογικής»
Αλλαγή σκυτάλης και τέλος εποχής
Στα τέλη του 1990 η εταιρεία εξαγοράστηκε από την Παπαστράτος που ήταν ακόμη ελληνική. Στη συνέχεια, η Παπαστράτος κυκλοφόρησε το Santé φίλτρο κασετίνα.
Το 2003, η παραγωγή του τσιγάρου πέρασε στην Philip Morris, η οποία το μετονόμασε από Santé σε Zante, για να μην παραπέμπει στην λατινική εκδοχή της λέξης «υγεία».
Πλέον, το Santé είναι παρελθόν.

(Πηγή: tvxs.gr)



Τα μακαρόνια Μέλισσα, όπως και τα Αβέζ, τα ζυμαρικά Στέλλα και τα Primo Gusto είναι γνωστά σε όλους τους Έλληνες. Αποτελούν καθημερινούς «πρωταγωνιστές» της κουζίνας της ελληνικής οικογένειας. Ποιοτικά, θρεπτικά και οικονομικά, είναι μια προφανής επιλογή για το τραπέζι μας. Αυτό που δεν είναι όμως και τόσο γνωστό είναι ότι τα προϊόντα που παράγει η Μέλισσα-Κίκιζας, αγαπιούνται σε 35 ακόμη χώρες έξω από τα ελληνικά σύνορα.
Η εν λόγω επιχείρηση όμως έχει κι άλλους λόγους για να κερδίσει μια θέση στην στήλη μας «Ψωνίζουμε Ελληνικά». Εκτός από την ποιότητα των προϊόντων της, εκτός από την εξωστρέφειά της που κάνει την Ελλάδα γνωστή στο εξωτερικό, εκτός από την επένδυσή της στην ελληνική γη και τις πρώτες ύλες της, είναι μια επιχείρηση – παράδειγμα για το ρόλο που πρέπει να έχει ο εργαζόμενος. Θεωρείται ένας εργασιακός «παράδεισος» για τους περίπου 220 συμπατριώτες μας που δουλεύουν γι' αυτήν. Κι αυτό από μόνο του θα αποτελούσε ένα λόγο για να μιλήσουμε γι' αυτήν –πόσο μάλλον όταν συντρέχουν και τόσοι άλλοι...
Το τραγούδι του Ζαμπέτα
Η ιστορία της επιχείρησης ξεκινά το 1947, αλλά οι ρίζες της βρίσκονται ακόμη πιο βαθιά πίσω στο παρελθόν. Η ιστορία των ζυμαρικών στην Ελλάδα έχει τα θεμέλιά της κάπου στο Ναύπλιο, στην πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους, το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Εκεί λειτούργησε το 1824 η πρώτη «Φάμπρικα Μακαρονιών» όπως χαρακτηριστικά την αποκαλούσαν οι Ναυπλιώτες. Μέχρι εκείνη την εποχή τα ζυμαρικά των Ελλήνων ήταν οι χυλοπίτες και ο τραχανάς που έφτιαχναν μόνοι τους στα σπίτια τους.
Η οικογένεια Κίκιζα κατάγεται από το Ελαιοχώριο Αρκαδίας. Ο Αλέξανδρος Κίκιζας, ένα από τα 12 παιδιά του Γιώργου και της Κανέλλας, γεννήθηκε εκεί το 1913. Το 1920 οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του άνοιξαν ένα κατάστημα με «εδώδιμα – αποικιακά» δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού τους, το οποίο έκανε χρυσές δουλειές και έβαλε όλη την οικογένεια στην «πρίζα» να πετύχει ακόμη περισσότερο. Αργότερα, τα αδέλφια μετακομίζουν στην Αθήνα και λειτουργούν κατάστημα τροφίμων στη συμβολή των οδών Λένορμαν και Παλαμήδου στο Μεταξουργείο. Μετά από λίγο καιρό το κατάστημα φτάνει να απασχολεί 35 άτομα!
Οι Αθηναίοι ξέρουν ότι «στου Κίκιζα» μπορείς να βρεις ό,τι επιθυμήσεις. Η φήμη του είναι τόσο μεγάλη που δίνει το όνομά του στη γειτονιά. «Η γειτονιά του Κίκιζα» έγινε στη δεκαετία του '60 ακόμη και τραγούδι από τον Γιώργο Ζαμπέτα. Η επιχείρηση θα μεγαλώσει κι άλλο όταν θα αποκτήσει το δικό της κυλινδρόμυλο και ποτοποιείο.
1947: Η ίδρυση της Μέλισσας
Το επόμενο βήμα θα γίνει το 1947 από τον Αλέξανδρο και τον Γρηγόρη Κίκιζα. Στη Λεωφόρο Κηφισού θα στήσουν το εργοστάσιο «ΒΕΖΑΚ» (Βιομηχανία Εκλεκτών Ζυμαρικών Αδελφών Κίκιζα), την μακαρονοβιομηχανία τους που, 65 χρόνια μετά, έχει εξελιχθεί σε μια από τις σημαντικότερες εταιρείες τροφίμων της χώρας μας. Μετά από μερικά χρόνια ο Γρηγόρης Κίκιζας αποχωρεί από την επιχείρηση και ο Αλέξανδρος τη μετονομάζει σε «Μέλισσα» -το σύμβολο της εργατικότητας. Ήταν και το σύμβολο της πιο βασικής του αρχής. Δουλειά, δουλειά και πάλι δουλειά.
Μέσα στη δεκαετία του '60, από τα περίπου 120 εργοστάσια ζυμαρικών που είχε η Ελλάδα όταν ξεκίνησε η Μέλισσα, έχουν πια μείνει μόνο 30, αφού η υπεροχή της επιχείρησης του Αλέξανδρου Κίκιζα τόσο σε υποδομές όσο και σε ποιότητα προϊόντων, κάνει όλο και περισσότερους Έλληνες να στρέφονται προς τη Μέλισσα για το καθημερινό τους τραπέζι.
Το 1965 ο Αλέξανδρος Κίκιζας φεύγει από τη ζωή και την επιχείρηση αναλαμβάνει η σύζυγός του, Κωνσταντίνα. Το 1972 η Μέλισσα θα κάνει τις πρώτες της εξαγωγές και 32 τόνοι ζυμαρικών ταξιδεύουν στην Αμερική. Το 1973 θα εγκαταστήσει νέο κυλινδρόμυλο στη Λάρισα, ο οποίος παράγει σιμιγδάλι ειδικά για το εργοστάσιο ζυμαρικών. Το 1975 αναλαμβάνει την επιχείρηση ο Γεώργιος Κίκιζας, γιός του Αλεξάνδρου και της Κωνσταντίνας και δύο χρόνια αργότερα εξαγοράζει την Θεσσαλική μακαρονοποιία Ντεβέτα, οργανώνοντας ένα πανελλαδικό δίκτυο πωλήσεων. Το 1980 εγκαθίσταται ένα νέο σύστημα παραγωγής στη Λάρισα, που επιτρέπει στα νούμερα της Μέλισσας να ξεφύγουν σε επίπεδα που καμμία άλλη μακαρονοποιία στην Ελλάδα δεν μπορεί να φτάσει. Είκοσι χιλιάδες τόνοι, για τις αρχές της δεκαετίας του '80, είναι μια εξωπραγματική παραγωγή.
Η εταιρεία γίνεται διεθνής
Η δεκαετία του '80 φέρνει ακόμη πιο μεγάλες επιτυχίες στην πάντα εργατική οικογένεια Κίκιζα. Κατ' αρχάς, θα φέρει στην αγορά τα προϊόντα Pummaro που θα προκαλέσουν μια πραγματική επανάσταση στη ελληνική κουζίνα. Παράλληλα θα ξεκινήσει τις εισαγωγές της περίφημης ιταλικής Barilla, της οποίας τα προϊόντα θα διανέμει στην Ελλάδα για περίπου μια δεκαετία.
Από το '90 και μετά η Μέλισσα γίνεται πιο εξωστρεφής, εξάγοντας σε όλο και περισσότερες χώρες και ιδρύοντας, μάλιστα, και θυγατρική εταιρεία στην Πολωνία. Στην Ελλάδα είναι πια με διαφορά η πρώτη σε παραγωγή βιομηχανία ζυμαρικών, φθάνοντας τους 40.000 τόνους ετησίως. Το 1999 η Unilever θα εξαγοράσει το σήμα Pummaro, αλλά η Μέλισσα θα λανσάρει μια νέα σειρά τοματικών προϊόντων, τα Primo Gusto, που θα τα συνοδεύσει και με μια νέα σειρά ζυμαρικών με το ίδιο σήμα.
Από τη δεκαετία του 2000 και μετά, η Μέλισσα θα εξαγοράσει κι άλλες επιχειρήσεις (Ζυμαρικά Στέλλα, Παραδοσιακά Ζυμαρικά Βλάχα, Γλυκά Καζινό, Ζυμαρικά Αβέζ) ενώ θα ξεκινήσει και τις εισαγωγές προϊόντων από παγκοσμίου φήμης εταιρείες, όπως τις κομπόστες της Del Monte και τις σάλτσες της Heinz. Σήμερα, η Mέλισσα-Κίκιζας κάνει τζίρους της τάξης 70 εκατ. ευρώ ετησίως και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες εταιρίες τροφίμων στην Ελλάδα.
Το ανθρώπινο δυναμικό
Για να συμβούν όλα αυτά, βέβαια, χρειάστηκε πολλή εργατικότητα, ακριβώς όπως της Μέλισσας. Ο Αλέξανδρος Κίκιζας ήξερε τη συνταγή για να πείσει τους υπαλλήλους του να δουλέψουν τόσο σκληρά όσο κι ο ίδιος. Τους έκανε να νιώθουν πως η επιχείρηση είναι και δική τους. Και αυτή την αρχή πέρασε και στα παιδιά του.
Έκτακτα bonus, παροχή ροφήματος και πρόχειρου γεύματος, συχνές εκδρομές ήταν μερικά προνόμια που απολάμβαναν οι εργαζόμενοί του την από τη δεκαετία του '50 κιόλας –προνόμια πρωτόγνωρα για την Ελλάδα τότε. Έξι δεκαετίες μετά, αυτό δεν έχει αλλάξει. Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου Great Place to Work, το 2011, η Μέλισσα αποτελεί μια από τις 20 καλύτερες επιχειρήσεις για να εργάζεται κανείς στη χώρα μας. Οι 220 υπάλληλοί της δήλωσαν ότι υπάρχει προσωπικό ενδιαφέρον για κάθε εργαζόμενο, ότι υπάρχει αίσθημα δικαιοσύνης και φιλικό εργασιακό περιβάλλον. Και, πάνω απ' όλα, δήλωσαν ότι αισθάνονται υπερηφάνεια που δουλεύουν για την συγκεκριμένη επιχείρηση.
Υπερηφάνεια λοιπόν! Αυτό είναι ένα κομμάτι της συνταγής για μια υγιή, πετυχημένη ελληνική επιχείρηση. Με αυτή την υπερηφάνεια έχει καταφέρει να γεμίσει τους εργαζόμενούς της η Μέλισσα με τις αρχές της οικογένειας Κίκιζα, με τα ποιοτικά της προϊόντα, με την επένδυσή της στην ελληνική γη (η εταιρεία απορροφά κάθε χρόνο πάνω από 100.000 τόνους ελληνικά σιτηρά), με το ότι έχει κάνει το όνομά της γνωστό στα πέρατα του κόσμου. Και, βέβαια, με όλες τις παροχές που τούς προσφέρει: Από τα χαμηλότοκα δάνεια σε περίπτωση οικογενειακού προβλήματος, ως τις διοργανώσεις αθλητικών αγώνων, από το ιδιαίτερα δίκαιο σύστημα αξιολόγησης, προαγωγών και bonus, μέχρι τις εκπαιδευτικές ημερίδες και τα σεμινάρια για την επιμόρφωσή τους. Η Μέλισσα είναι μια ελληνική επιχείρηση – πρότυπο.
(Πηγή: www.newsbomb.gr)

Το 1890 ο καπνέμπορος Νικόλαος Ματσάγγος ίδρυσε μια μικρή βιοτεχνία καπνού και το 1910 έφερε την πρώτη καπνοκοπτική μηχανή. Από το 1918, όταν η επιχείρηση πέρασε στα χέρια των γιων του ιδρυτή, εξελίχθηκε με ραγδαίο ρυθμό για να κατακτήσει το 1947-48 την πρώτη θέση μεταξύ των ελληνικών καπνοβιομηχανιών.

Το 1918 οι Γιάννης και Κώστας Ματσάγγος, με συνεργάτη το Δημοσθένη Γατζόπουλο, προχώρησαν σταδιακά σε επεκτάσεις, αγορές μηχανημάτων και αύξηση της παραγωγής. Το 1925 δίπλα στο πρώτο καπνεργοστάσιο κτίστηκε νέο τετραώροφο, το οποίο κάλυπτε έκταση δύο οικοδομικών τετραγώνων. Το εργοστάσιο διέθετε μηχανουργείο, κυτοποιείο, ξυλουργείο, λιθογραφείο και χημείο. 

Την εποχή εκείνη, το καπνεργοστάσιο Αφών Ματσάγγου παρήγαγε 500.000 τσιγάρα ετησίως και απασχολούσε 350 εργάτες, ενώ το 1940 οι εργάτες έφτασαν τους 1050. Το 1927 η επιχείρηση ίδρυσε Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού, το οποίο έως την ίδρυση του ΙΚΑ, δέκα χρόνια αργότερα, εξασφάλιζε με μικρή επιβάρυνση ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

(Πηγή:voliotaki.blogspot.gr)


Στην Κύθνο, έχουν το έθιμο της «κούνιας». Σύμφωνα μ' αυτό, την Κυριακή του Πάσχα στην κεντρική πλατεία του χωριού, στήνεται μια κούνια στην οποία κουνιούνται εναλλάξ αγόρια και κορίτσια ντυμένα με παραδοσιακές στολές. Σύμφωνα με το έθιμο, όποιο αγόρι κουνήσει ένα κορίτσι και το αντίθετο, δεσμεύεται ενώπιων Θεού και ανθρώπων, για γάμο.
(Πηγή:www.kythnos365.com)
Ο μεγάλος Έλληνας (μικρασιάτης) επιφυλλιδογράφος και θεατρικός συγγραφέας, λάτρης του Λεωνιδίου και ιδιαιτέρως της συνοικίας του Κοιλάσσου, Δημήτρης Ψαθάς έγραφε: «...Καρναβάλι στη Πάτρα και Πάσχα μόνο στο Λεωνίδιο».
Το ξεχωριστό χρώμα το δίνει το πέταγμα των «αερόστατων»το βράδυ της ανάστασης, ένα έθιμο που απαντάται μόνο στη πόλη αυτή και αναβιώνει κάθε χρόνο. Πρόκειται για ένα από τα μοναδικά και πιο φαντασμαγορικά πασχαλινά έθιμα της Ελλάδας.
Με το Χριστός Ανέστη από τις πέντε ενορίες παίρνουν φωτιά οι κολλημάρες των αεροστάτων, οι ποτισμένες με λάδι και πετρέλαιο, πληρούν με ζεστό αέρα -που είναι ελαφρύτερος- τα αερόστατα και με ένα τεχνικό στρίψιμο τα ωθούν οι ενορίτες προς τα πάνω απελευθερώνοντάς τα, αυτά ανεβαίνουν στα μεσούρανα και για 30-40 λεπτά κατακλύζουν τον ουρανό, προσθέτοντας 500-600 αστέρια σ΄ αυτά της ανοιξιάτικης γλυκιάς αναστάσιμης νύκτας.
Το θέαμα είναι μοναδικό, όταν καίγεται κάποιο αερόστατο από υπερβολικά μεγάλη κολλημάρα, ή από πολύ πετρέλαιο, ή ακόμη όταν μπερδεύεται στα σύρματα της ΔΕΗ, η αγωνία κορυφώνεται, διότι οι ανταγωνιστές των άλλων ενοριών κρατούν λογαριασμό αποτυχιών, για να ακολουθήσουν τα πειράγματα το πρωί της Κυριακής του Πάσχα στην ψησταριά του Δήμου.

Τα αερόστατα, αφού ετοιμάζονται από τα παιδιά εβδομάδες πριν, από κάθε ενορία, αφήνονται - ρίχνονται εκατό με εκατόν είκοσι.
Δε γνωρίζουμε την προέλευση του εθίμου, αλλά οι παλιότεροι θυμούνται ότι ξεκίνησε περίπου το 1910-1915 (πληροφορία του μακαρίτη θεολόγου Νικολάου Οικονομάκη), από τον ΠαπαΔημήτρη Κουτσογιάννη ή τον Ευάγγελο Καρακλή.
Οι κόλλες που κατασκευάζονται τα αερόστατα έχουν χρώμα συνήθως μπλέ, πράσινο, πορτοκαλί, αλλά το χρώμα που κυριαρχεί είναι το κόκκινο και το κίτρινο.
Στην αρχή ενώνουν δύο κόλλες χαρτί μεταξύ τους, π.χ. μία κόκκινη και μία μπλέ, ύστερα τις κάνουν τέσσερις βάζοντας τα χρώματα αντίθετα (κόκκινο-μπλέ, μπλέ-κόκκινο). Μετά τις τέσσερις κόλλες χαρτί τις κάνουν οκτώ, τις οκτώ δεκαέξι.
Κατόπιν φτιάχνεται η κορυφή, ο θόλος του αεροστάτου, o κουμπές. Τσακίζουν τις δύο άκρες της κορυφής τριγωνικά, τις κόβουν και μετά τις κολλούν με σύγχρονη κόλλα εμπορίου,(παλιά η κόλλα ήταν από ζυμάρι η αλευρόκολλα). Ακολουθεί το καλάμωμα, το ράψιμο δηλαδή λεπτυσμένου καλαμιού στο στόμιο του αεροστάτου. Μετά το ράψιμο στο καλάμι τοποθετείται σταυρωτά σύρμα και σ΄ ένα γάντζο ακριβώς στη διασταύρωση των συρμάτων τοποθετείται η κολλημάρα. Το άναμμα της κολλημάρας και το πέταγμα του αεροστάτου μόνο στο Λεωνίδιο και τη στιγμή που ο παπάς ψέλνει το Χριστός Ανέστη, έχει τη μοναδική του αξία, πουθενά αλλού δεν υπάρχει αυτό το έθιμο.
(Πηγή: www.iefimerida.gr)

                    

Από τα πιο όμορφα και τα πιο γραφικά Υδραίϊκα έθιμα είναι η περιφορά του Επιταφίου, μέσα στη θάλασσα, που γίνεται με μεγάλη Κατάνυξη το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής στα Καμίνια.
Μετά από την περιφορά του Επιταφίου στη συνοικία, η πομπή καταλήγει στη θάλασσα, όπου μπαίνουνε οι βαστάζοι ίσαμε τα γόνατα και ακουμπάνε τα πόδια του Επιταφίου στο νερό, για να ευλογηθούν και να καθαγιαστούν τα νερά. Στη συνέχεια γίνεται δέηση υπέρ των ναυτικών που ταξιδεύουν, για ήσυχα ταξίδια και καλό γυρισμό.
Το έθιμο πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στα Καμίνια το έτος 1923 και από τότε επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο σύμφωνα με την παράδοση.
Ξεκίνησε από τους σφουγγαράδες των Καμινίων, των οποίων τα σφουγγαράδικα καΐκια αναχωρούσαν μετά την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και επέστρεφαν κοντά στην ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Το θέαμα είναι μεγαλοπρεπές, φαντασμαγορικό και κάθε Μεγάλη Παρασκευή παρακολουθείται με κατάνυξη και ευλάβια από όλους τους ενορίτες και πολλούς ξένους που έρχονται στα Καμίνια για να παρακολουθήσουν ειδικά αυτό το έθιμο.
Η περιφορά του Επιταφίου στα Καμίνια γίνεται νωρίτερα απ' ό,τι στην πόλη της Ύδρας για να μπορέσουν οι επισκέπτες του νησιού να δουν όλα τα έθιμα.
Στην πόλη της Ύδρας, μετά την ακολουθία των Μεγάλων Ωρών της Αποκαθηλώσεως, οι καμπάνες των ενοριών σημαίνουν πένθημα. Πρώτη σημαίνει η Μεγάλη Καμπάνα του Μοναστηριού και ακολουθούν οι καμπάνες των υπολοίπων ενοριών, της Αγίας Βαρβάρας, της Υπαπαντής και του Αγίου Δημητρίου. Όλοι οι Επιτάφιοι συγκεντρώνονται στη βόρεια είσοδο της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου, στην πλατεία Π. Κουντουριώτη στο λιμάνι και ακολουθεί η Περιφορά των Επιταφίων μέσα από τα πλακόστρωτα δρομάκια της Πόλης της Ύδρας.

(Πηγή:ydra.gov.gr)

Ο σαϊτοπόλεμος είναι ένα από τα πιο παλιά Πασχαλινά έθιμα στην Μεσσηνία με επίκεντρο την πόλη της Καλαμάτας. Το έθιμο έχει τις απαρχές του στην επανάσταση του 1821 και αναβιώνει κάθε Κυριακή του Πάσχα.
 Σύμφωνα με την παράδοση, οι Μεσσήνιοι χρησιμοποίησαν τις σαΐτες για να σταματήσουν την επιδρομή του ιππικού των Τούρκων. Ο δυνατός θόρυβος που προκλήθηκε, τρόμαξε τα άλογα, τα οποία έριξαν τους αναβάτες και άρχισαν να τρέχουν τρομαγμένα. Αυτή η νίκη ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για τη νικηφόρο πορεία των αγωνιστών.
Κάθε χρόνο, λοιπόν, μετά την Καθαρά Δευτέρα διάφορες ομάδες που αποκαλούνται “Μπουλούκια” αρχίζουν την σαρανταήμερη προετοιμασία τους. Ο σαϊτοπόλεμος αναβιώνει κάθε Κυριακή του Πάσχα στην Καλαμάτα και σε λίγες ακόμη περιοχές της Μεσσηνίας, όπως η Εύα, ο Άρις και η  Θουρία. Τα πρώτα μπουλούκια δημιουργήθηκαν το 1920 με 1930 και συνήθως απαρτίζονται από δέκα περίπου άτομα . 
Κάθε ένα «μπουλούκι» για να κατασκευάσει εκατό με εκατόν είκοσι σαΐτες, όπως συνηθίζεται, χρειάζονται εκατό κιλά μπαρούτι. Ετοιμάζουν τα χαρμάνια και γεμίζουν τους χαρτονένιους σωλήνες που θα σκάσουν την Κυριακή του Πάσχα. Οι σαΐτολόγοι αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερο πάθος και ενθουσιασμό το συγκεκριμένο έθιμο και περιμένουν το σύνθημα για να αρχίσουν την εκτόξευση.
Η πόλη αφήνει ανοιχτή πρόσκληση σε όσους από σας θέλετε να παρακολουθήσετε την αναβίωση αυτού του εθίμου και να απολαύσετε ένα μοναδικό θέαμα.
(Πηγή:kalamatain.gr)

Οι εκδηλώσεις αρχίζουν την Μεγάλη Παρασκευή με τις αναπαραστάσειςτης ζωής και των Παθών του Κυρίου. Ένα έθιμο που, σύμφωνα με υπάρχοντα στοιχεία, ξεκίνησε πριν από το 1937 με εμπνεύστρια και πρωτεργάτιδα την τότε δασκάλα του χωριού μας κ. Βασιλεία Καφούρου.

Το έθιμο αυτό διαφυλάχτηκε από τους κατοίκους μέχρι σήμερα. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μέσα σε μια ατμόσφαιρα Χριστιανικής κατάνυξης θα βιώσετε μοναδικά έθιμα. Κατά μήκος της περιφοράς του Επιταφιου γύρω από τη Μάρπησσα και σε χαρακτηριστικά σημεία, λαμβάνουν χώρα σκηνές από τη ζωή και τα Πάθη του Χριστού. Σ΄αυτές συμμετέχουν νέοι και παιδιά του χωριού μας, ντυμένοι με ρούχα εκείνης της εποχής. Το γενικό κλίμα συγκίνησης που επικρατεί μεταφέρει τους πιστούς πολύ εύκολα στην Ανάσταση του Λαζάρου, την Είσοδο στα Ιεροσόλυμα, στην Μετάνοια της Μαγδαληνής, στον Μυστικό Δείπνο, στην Προσευχή στο όρος των Ελαιών, στον Πόντιο Πιλάτο, στην Ανάβαση στον Γολγοθά, στην κρεμάλα του Ιούδα, στην Σταύρωση, την Αποκαθήλωση και την Ταφή του Χριστού.

Οι εκδηλώσεις ολοκληρώνονται με την Γιορτή της Αγάπης, που πραγματοποιείται την ημέρα του Πάσχα στον χώρο του Γηπέδου της Μάρπησσας. Την ημέρα αυτή κάνοντας πράξη το μήνυμα της Αναστάσεως του Κυρίου, που είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, σύσσωμο το χωριό γιορτάζει την Ανάσταση του Κυρίου στην «Γιορτή της Αγάπης», γλεντά και αφήνει στην άκρη τα προβλήματα της καθημερινότητας. Εκεί προσφέρονται παραδοσιακό ψητό αρνί, κόκκινα αυγά και άφθονο παριανό κρασί. Την εικόνα συμπληρώνουν τα τοπικά μουσικά και χορευτικά συγκροτήματα.

(Πηγή: www.paros-tours.gr)
Με το σήμα της πρώτης Ανάστασης στις 12μμ, οι κάτοικοι της Κέρκυρας πετούν τεράστια κανάτια γεμάτα νερό – τους μπότηδες – από τα μπαλκόνια τους. Οι μπότηδες ςίναι τα πήλινα κανάτια με στενό στόμιο και δυο χερούλια στο πλάι για τη μεταφορά τους. Τα μπαλκόνια είναι στολισμένα και οι κάτοικοι δένουν στους μπότηδες κόκκινες κορδέλες – το κόκκινο είναι το χρώμα της Κέρκυρας.
Το έθιμο με το σπάσιμο των κανατιών το Πάσχα στην Κέρκυρα έχει μακρά ιστορία που χάνεται πάλι στην εποχή της Ενετοκρατίας, ωστόσο υπάρχουν διαφορετικές θεωρίες για το πώς ξεκίνησε. Και επειδή βρισκόμαστε στην Ελλάδα όπου ο χριστιανισμός και το Δωδεκάθεο αλληλομπλέκονται, οι θεωρίες έχουν τις αναφορές τους στις δυο αυτές θρησκείες.
Κάποιοι λένε ότι το έθιμο είναι των Καθολικών της Ενετοκρατίας, όπου στην αρχή του χρόνου οι κάτοικοι πετούσαν τα παλιά τους πράγματα για να μπορέσει ο νέος χρόνος να τους φέρει καινούρια και καλύτερα. Οι κάτοικοι της Κέρκυρας οικειοποιηθήκαν το έθιμο, αντικαθιστώντας όμως τα παλιά πράγματα με τα κανάτια για να προκαλέσουν μεγαλύτερη φασαρία.
Η δεύτερη θεωρία αναφέρεται στην περίοδο των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι τον Απρίλιο γιόρταζαν την αρχή της γεωργικής και βλαστικής περιόδου, πετώντας τα παλιά τους κανάτια για να γεμίσουν τα νέα με τους νέους καρπούς. Κάποιοι θα σας πουν σίγουρα στην Κέρκυρα ότι όποια και να είναι η αλήθεια, οι Κερκυραίοι αρέσκονται να ξορκίζουν το κακό με τα κανάτια τους, σημαίνοντας και τη λήξη του χειμερινού λήθαργου και την αναγέννηση της Φύσης.
Αν βρεθείτε στην Κέρκυρα κατά το σπάσιμο των Μπότηδων, μην παραλείψετε να πάρετε μαζί σας και ένα κομματάκι και να το κρατήσετε μαζί σας όλο το χρόνο – οι ντόπιοι θα σας πουν ότι θα σας φέρει καλή τύχη.
Κι εκεί που η φασαρία των μπότηδων τελειώνει, οι Φιλαρμονικές ξεχύνονται στους δρόμους παίζοντας χαρμόσυνη μουσική αυτή τη φορά – το εμβατήριο “Μη φοβάστε Γραικοί” κυριαρχεί στον αέρα.
(Πηγή:www.corfu-airport-carhire.com)

Πρόκειται ίσως για το πιο θεαματικό εγχώριο έθιμο που πραγματοποιείται κάθε χρόνο την ώρα της Ανάστασης στη Χίο, μεταξύ των δύο ενοριών του Βροντάδου, του Αγίου Μάρκου και της Παναγίας της Ερειθιανής.
Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία, χωρίς να υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για το πότε και πώς ξεκίνησε, ενώ ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για αυτό πριν το 1950. Σύμφωνα με μαρτυρίες, στα παλιά χρόνια τα παιδιά του Βροντάδου, και των δύο ενοριών, έπαιζαν πετροπόλεμο με σφεντόνες. Η αφορμή του πετροπόλεμου ήταν, μάλλον, το ότι ο οικισμός του Αγίου Μάρκου ήταν νεότερος από αυτόν της Παναγίας της Ερειθιανής, κάτι που δημιουργούσε αντιπαλότητες ανάμεσα στα παιδιά, με αποτέλεσμα να φεύγουν πέτρες από την μία πλευρά προς την άλλη και τούμπαλιν.
Στην πορεία, οι σφεντόνες αντικαταστάθηκαν από κανονάκια, τα οποία έφερναν οι Βρονταδούσοι ναυτικοί, όταν παροπλίζονταν τα πλοία. Τα κανόνια στήνονταν στις αυλές των δύο εκκλησιών και κατά την Ανάσταση έριχναν κανονιές με στόχο να σπάσουν η μία τα τζάμια της άλλης. Το 1889, ωστόσο, το έθιμο θεωρήθηκε επικίνδυνο (λογικό) με αποτέλεσμα να απαγορευτούν τα κανόνια και να αντικατασταθούν με ρουκέτες -όχι πως οι ρουκέτες είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κάποιος όταν του μιλάνε για ασφάλεια, αλλά σίγουρα κανόνια δεν είναι.
Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία, χωρίς να υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για το πότε και πώς ξεκίνησε, ενώ ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για αυτό πριν το 1950. Σύμφωνα με μαρτυρίες, στα παλιά χρόνια τα παιδιά του Βροντάδου, και των δύο ενοριών, έπαιζαν πετροπόλεμο με σφεντόνες. Η αφορμή του πετροπόλεμου ήταν, μάλλον, το ότι ο οικισμός του Αγίου Μάρκου ήταν νεότερος από αυτόν της Παναγίας της Ερειθιανής, κάτι που δημιουργούσε αντιπαλότητες ανάμεσα στα παιδιά, με αποτέλεσμα να φεύγουν πέτρες από την μία πλευρά προς την άλλη και τούμπαλιν.
Στην πορεία, οι σφεντόνες αντικαταστάθηκαν από κανονάκια, τα οποία έφερναν οι Βρονταδούσοι ναυτικοί, όταν παροπλίζονταν τα πλοία. Τα κανόνια στήνονταν στις αυλές των δύο εκκλησιών και κατά την Ανάσταση έριχναν κανονιές με στόχο να σπάσουν η μία τα τζάμια της άλλης. Το 1889, ωστόσο, το έθιμο θεωρήθηκε επικίνδυνο (λογικό) με αποτέλεσμα να απαγορευτούν τα κανόνια και να αντικατασταθούν με ρουκέτες -όχι πως οι ρουκέτες είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κάποιος όταν του μιλάνε για ασφάλεια, αλλά σίγουρα κανόνια δεν είναι.
(Πηγή: The Huffington Post)

Ο αμαξάς ήταν κάτι σαν το σημερινό ταξιτζή. Ένα επάγγελμα που τραγουδήθηκε πάρα πολύ από τον κόσμο εκείνης της εποχής.
Για τη δουλειά του ο αμαξάς χρησιμοποιούσε ένα τετράτροχο αμάξι, με αραμπά, που το έσερναν ένα ή δύο άλογα και μ' αυτό εκτελούσε μεταφορές ανθρώπων ή ένα δίτροχο αμάξι, τη σούστα, που μ' αυτήν έκαναν τις βόλτες τους οι ρομαντικοί της εποχής, αλλά τη χρησιμοποιούσαν για τις μετακινήσεις τους και οι επίσημοι.
Τον αμαξά τον συναντούσε κανείς στις πιάτσες των μεγάλων πόλεων, στα λιμάνια, στους σταθμούς των τρένων και αλλού. Εκεί περίμενε τους πελάτες για να τους μεταφέρει στον προορισμό τους μαζί με τα πράγματά τους.
Ντυμένος όμορφα και καθισμένος περήφανα στο «μπαλκόνι» της άμαξάς του, περίμενε υπομονετικά κουβεντιάζοντας με τους άλλους αμαξάδες. Στο χέρι κρατούσε το καμουτσίκι, που το χτυπούσε με μαεστρία, και στο κεφάλι φορούσε μια τραγιάσκα, για να προστατεύεται από τον ήλιο. Δίπλα του είχε πάντα ένα κουδουνάκι, που το χτυπούσε κατά τη διαδρομή, για να κάνει αισθητή την παρουσία του.

(Πηγή: 3lyk-n-filad.att.sch.gr)
(Φωτό: Σπέτσες)
Για πολλούς αιώνες οι άνθρωποι ήθελαν να αποθηκεύουν τα τρόφιμά τους, να τα συντηρούν για όλη τη χρονιά και να τα χρησιμοποιούν όταν τα χρειάζονταν. Τότε δεν υπήρχαν ούτε τα ψυγεία, ούτε οι καταψύκτες. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν στηριζόταν σε υλικά και μέσα που τους παρείχε η φύση, Για παράδειγμα ένας τρόπος συντήρησης των τροφίμων ήταν η χρήση του αλατιού. Εκείνο όμως που ήταν το βασικό μέσον αποθήκευσης ήταν τα αγγεία, φτιαγμένα από πηλό. Όλοι έχουμε δει σε μουσεία να σώζονται ακόμη και σήμερα τεράστια πιθάρια και άλλα αντικείμενα από πηλό.
 Ακόμη και για πολλά χρόνια, στον 20ο αιώνα, τα πήλινα σκεύη ήταν τα μοναδικά μέσα αποθήκευσης των τροφίμων. Για πρώτη φορά αναφέρεται ψυκτικό μηχάνημα το 1860, αλλά η χρήση των ηλεκτρικών ψυγείων για οικιακή χρήση άρχισε μετά το 1950.  Νωρίτερα υπήρχαν τα ψυγεία πάγου. Αυτά όμως στην περιοχή μας και ιδιαίτερα στα χωριά δεν υπήρχαν καθόλου. Λίγα σπίτια είχαν ψυγείο πάγου στις Σάπες τη δεκαετία του 1950-60.  Μέχρι το 1950 τα πήλινα αγγεία ήταν αυτά που χρησιμοποιούσαν οι οικογένειες στον τόπο μας και τα έφτιαχναν οι αγγειοπλάστες ή κανατάδες όπως τους λέει ο λαός μας.
Ο άργιλος - πηλός
Το νερό, το λάδι, το αλεύρι, το τυρί, τα παστά κρέατα και πολλά άλλα τρόφιμα ήταν αποθηκευμένα σε πήλινα σκεύη. Τα σκεύη αυτά, στάμνες, κανάτες, κιούπια, πιθάρια κ.λ.π. γινόταν από τον πηλό ή αλλιώς άργιλο. Ο άργιλος υπήρχε σε πολλές περιοχές του τόπου μας, αλλά ανακατεμένος με άλλα υλικά, άμμο, πέτρες κλπ.  Ο άργιλος όταν ανακατεύεται με το νερό γίνεται μια συμπαγής μάζα, που πλάθεται και παίρνει ό, τι σχήμα θέλουμε. Για να γίνει ένα σκεύος από πηλό πρώτα πρέπει να απομακρυνθούν οι ξένες ύλες. Ο πηλός όταν ψηθεί σε θερμοκρασία άνω των 1400 βαθμών χάνει όλα τα υγρά και γίνεται μια συμπαγής μάζα αφού λιώνουν τα διάφορα οξείδια των μετάλλων που κλείνουν όλους τους πόρους.
Οι κανατάδες
Ο κανατάς είναι ένα επάγγελμα που χάθηκε εδώ και χρόνια. Θα έχετε ακούσει το τραγούδι του "μπαρμπα-Γιάννη του κανατά". Ο μπαρμπα-Γιάννης ήταν μια γραφική και συμπαθητική φιγούρα ενός ανθρώπου που γύριζε όλη τη μέρα στις γειτονιές φορτωμένος με τις όμορφες λαγήνες του, που πρώτα τις έφτιαχνε στο εργαστήριό του και μετά έβγαινε στους δρόμους για να τις πουλήσει.
Ο κανατάς ήταν ένα σημαντικό επάγγελμα την εποχή που δεν υπήρχε το πλαστικό, αλλά και δεν ήταν διαδεδομένο το δίκτυο νερού στα σπίτια. Πριν από 40 - 50 χρόνια σε πολλές πόλεις και σ' όλα τα χωριά δεν υπήρχε κεντρικό δίκτυο νερού και τα σπίτια δεν είχαν νερό. Στα χωριά, τα περισσότερα σπίτια είχαν πηγάδια στις αυλές τους κι από αυτά έβγαζαν νερό για να ποτίσουν τα κηπευτικά, τα δέντρα και τους κήπους τους. Το νερό των πηγαδιών όμως δεν ήταν πάντα πόσιμο. Γι αυτό οι νοικοκυρές ήταν υποχρεωμένες να προμηθεύονται το νερό από κάποιες κεντρικές βρύσες που υπήρχαν σε κάθε πόλη ή χωριό.  Το νερό αυτό το μετέφεραν με τις στάμνες.  Οι στάμνες ήταν φτιαγμένες από κόκκινο χώμα, που το έβρισκαν οι ειδικοί τεχνίτες, οι κανατάδες.
 Η δουλειά του κανατά
Ο κανατάς ήταν ειδικός τεχνίτης στην κατασκευή πήλινων αντικειμένων. Τον πηλό  πρώτα τον κοσκίνιζαν καλά για να διώξουν την άμμο και τα άλλα άχρηστα υλικά.  Το καθαρό χώμα με την πρόσμειξη νερού το έκαναν πηλό και το έπλαθαν δίνοντάς του διάφορα σχήματα. Τα είδη που έφτιαχναν ήταν, εκτός από τις στάμνες που αναφέραμε, τα τσουκάλια, τα κιούπια, τα πιθάρια, οι γλάστρες, τα λαγήνια, τα πιάτα και άλλα.  Οι κανατάδες είχαν στο εργαστήριό τους ένα ειδικό εργαλείο με μια στρογγυλή βάση που περιστρεφόταν συνεχώς από τον ίδιο τον κανατά, συνήθως με τη βοήθεια του ποδιού του. Επάνω στη βάση τοποθετούσε αρχικά τη μάζα του πηλού και μετά με τα επιδέξια χέρια του έδινε στον πηλό το σχήμα που ήθελε, καθώς αυτός γύριζε την περιστρεφόμενη βάση του.
 Όταν έδινε το σχήμα που ήθελε και αφού το άφηνε λίγο να στεγνώσει το έβαζε μέσα σε φούρνο όπου με τη βοήθεια υψηλής θερμοκρασίας το έψηνε κι αυτό  αποκτούσε ανθεκτικότητα και στιλπνότητα.

(Πηγή: dim-sapon.rod.sch.gr)
 (Φωτό: Βούλα Παπαϊωάννου, Αίγινα 1950)
Το καρνάγιο είναι δημώδης όρος της κοινής ναυτικής γλώσσας ενετικής προέλευσης. Με τον όρο αυτό νοούνται τμήματα αιγιαλού εντός λιμένων ή όρμων που λόγω της ομαλής κλίσης του επιτρέπει την ανέλκυση και καθέλκυση μικρών σκαφών, περισσότερο ξύλινων προκειμένου να υποστούν "καρναγιάρισμα" δηλαδή υφαλοκαθαρισμούς, υφαλοχρωματισμούς, καλαφατίσματα, παλαμίσματα κ.λπ. Ο όρος αυτός αναπτύχθηκε κυρίως στις περιοχές που βρέθηκαν για πολύ καιρό ενετοκρατούμενες σε αντίθεση του αντίστοιχου όρου ταρσανάς που αναπτύχθηκε περισσότερο στις τουρκοκρατούμενες περιοχές.
Και ενώ στην αρχή τα καρνάγια αποτελούσαν χώρους μόνο για μικρές επισκευαστικές κυρίως δραστηριότητες στη συνέχεια άρχισαν σ΄ αυτά να ναυπηγούνται και μεγαλύτερα σκάφη από εκείνα που ναυπηγούνταν στους ταρσανάδες. Έτσι μετά την Παλιγγενεσία οι πρώτες ναυπηγικές μονάδες ήταν τα μεγάλα καρνάγια της εποχής που βρίσκονταν στο Γαλαξίδι τη Σύρο και στον Πόρο. Πολύ αργότερα άρχισαν ν΄ αναπτύσσονται επίσης και σ΄ άλλα νησιά όπως στην Αίγινα και βεβαίως στον Πειραιά και ειδικότερα στη περιοχή του Πειράματος.
Και όμως αυτές οι μικρές μονάδες απετέλεσαν την αρχή ("μαγιά") του ναυπηγικού θαύματος που παρατηρήθηκε αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο σε μία αξιοπρόσεκτη ελληνική ναυπηγική υποδομή φθάνοντας κάποια χρονική περίοδο η Ελλάδα να έχει τις μεγαλύτερες δεξαμενές της Μεσογείου και από τις μεγαλύτερες ναυπηγικές μονάδες του ίδιου χώρου.
(Πηγή:el.m.wikipedia.org)

* Νίκος Καββαδίας, Στεριανή ζάλη
Επειδή παλιά δεν υπήρχαν ψυγεία, για να συντηρήσουν το κρέας, το φρεσκοσφαγμένο το πρωί ζώο έπρεπε να διατεθεί σε 24 ώρες. Τα ζώα έσφαζαν μόνοι τους οι κτηνοτρόφοι και πουλούσαν το κρέας στο χασάπη. Οι χασάπηδες έκαναν περιοδείες στα χωριά για να αγοράσουν ζώα. Αρχικά ήταν πλανόδιοι, αλλά αργότερα στεγάστηκαν και στήθηκαν οι πάγκοι. Έπαιρναν τη χαντζάρα, έκοβαν όσο ήθελε η νοικοκυρά κι αφού ξεκρέμαγαν την παλάντζα, ζύγιζε το κρέας.

(Πηγή: www.ecomuseum.gr)
(Φωτό:  Henri Cartier-Bresson, Αθήνα 1953)

*Μάρκος Βαμβακάρης, Το χασαπάκι