Καρφωμένη ανάμεσα στις τουριστικές συμπληγάδες της Ίου και της Φολεγάνδρου, η μικρούλα Σίκινος των ούτε 300 κατοίκων συμπυκνώνει στα λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα που της αναλογούν γοητεία άγονη και ισχυρή.
Την αισθάνεσαι με το που κατεβαίνεις από το καράβι στο λιμάνι της Αλοπρόνοιας και λίγα μέτρα πιο πέρα ο κόσμος συνεχίζει να κολυμπά ανενόχλητος. Την συνειδητοποιείς όταν έχεις διατρέξει και τα ούτε 15 χιλιόμετρα οδικού δικτύου του νησιού. Αρκεί να θέλεις βέβαια. Γιατί αυτή η τόσο παρθένα όσο και αυθεντική κυκλαδίτικη λιτότητα, ασφαλώς και δεν είναι για όλους. Ξέρω κόσμο που έφυγε στη… μισή μέρα όπως και κόσμο που ήρθε για μία και κάθισε δεκαπέντε. Αν το ζητούμενο των διακοπών για εσάς είναι η πληθώρα επιλογών, οι εναλλαγές και η κοσμικότητα θα πρέπει μάλλον να κοιτάξετε αλλού. Αν πάλι «κάνω διακοπές» σημαίνει για εσάς τα αφήνω όλα πίσω, κάθομαι με τις ώρες σε ανοργάνωτες παραλίες, διαβάζω το βιβλίο μου, εξερευνώ παμπάλαια μονοπάτια, συνεχίζω, ει δυνατόν με το μαγιό, στα λιγοστά ταβερνάκια της Χώρας και κλείνω με παρεϊστικα ξενύχτια, ρακές και ρακόμελα τότε στη Σίκινο θα βρείτε το λιμάνι σας.
Εκτός της Αλοπρόνοιας, μοναδικός οργανωμένος οικισμός του νησιού είναι η Χώρα. Αποτελείται από δύο επιμέρους συνοικίες, το Κάστρο και το Χωριό, που απλώνονται σε δύο αντικριστές βουνοπλαγιές. Από την αριστερή μεριά, το Χωριό είναι ένα όμορφο παζλ από όμορφα σπίτια σε λαβυρινθώδη δρομάκια. Με τη φαντασία μου μπήκα μέσα στο πανέμορφο νεοκλασικό κτίριο του παλιού σχολείου που δεσπόζει στην είσοδό του και συνειδητοποίησα πως με τέτοια γαλάζια θέα μάλλον θα ήταν πολύ δύσκολο να παρακολουθήσω οποιοδήποτε μάθημα. Αυτό ωστόσο που κλέβει τις εντυπώσεις είναι το Κάστρο, ο οχυρωμένος οικισμός του 15ου αιώνα που βρίσκεται ακριβώς απέναντι. 

Μπαίνοντας στο εσωτερικό του από το αυθεντικό παραπόρτι , χαμηλά ασβεστωμένα σπιτάκια ( με τα ημιυπόγεια για τη φύλαξη των τροφίμων ), χτισμένα το ένα πλάι στο άλλο δίνουν την εντύπωση πως βρίσκεσαι στο σκηνικό κάποιας ταινίας εποχής. Ένα σκηνικό όχι καλλωπισμένο, αλλά τραχύ και αυθεντικό. Όπου ακόμα και η θέα ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού δίπλα στην Παναγιά την Παντάνασσα τελικά δεν μοιάζει παράταιρη, πιάνεις αντιθέτως τον εαυτό σου να παρατηρεί ευδιάκριτες ακόμα λεπτομέρειες, όπως το παλιό κρεβάτι και τον εξωτερικό ξυλόφουρνο. 

Περπατώντας τώρα ανάμεσα σε σπίτια με παρτέρια γεμάτα φλογερά γεράνια και πυκνές φραγκοσυκιές φτάνετε σταδιακά στο τέρμα του οικισμού, όπου ξεκινάνε σκαλοπάτια προς το μοναστήρι της Χρυσοπηγής ( ή Ζωοδόχου Πηγής ) στην κορυφή του βράχου. Ανεβείτε απογευματινές ώρες που είναι επισκέψιμο, έστω και μόνο για να απολαύσετε τη θέα της θάλασσας να ενώνεται με τη γραμμή του ορίζοντα ( πηγαίνει και το αυτοκίνητο ). Το μικρό εκκλησάκι που θα συναντήσετε ανηφορίζοντας πεζοί είναι το λεγόμενο εκκλησάκι του Ελύτη, επιθυμία στη διαθήκη του μεγάλου μας ποιητή την οποία εκπλήρωσε η σύντροφός του Ιουλίτα Ηλιοπούλου. 

Γεμάτο μονοπάτια είναι το νησί, τα οποία μοσχοβολούν θυμάρι και σας φέρνουν σε φαράγγια, βυζαντινά ξωκλήσια, ίχνη αρχαίων οικισμών και δυσπρόσιτες παραλίες. Από εύκολα, όπως αυτό που συνδέει τη Χώρα με την Αλοπρόνοια, μέχρι απαιτητικά όπως το κυκλικό Κάστρο-Πηγάδι Μάναλη-Άγιος Παντελεήμονας-Αλοπρόνοια-Κάστρο. Ένας πολύ καλός και λεπτομερής πεζοπορικός χάρτης για τη Σίκινο είναι αυτός που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ανάβαση, ενώ 7 από τα μονοπάτια του νησιού βρίσκονται σε φάση σηματοδότησης. 

Προσβάσιμος, τόσο μέσω μονοπατιού όσο και με το αυτοκίνητο ( μέχρι ενός ορισμένου σημείου ), ο Ναός της Επισκοπής είναι από εκείνες της εκπλήξεις της ενδοχώρας που δεν πρέπει να χάσετε.  Αινιγματικός και αγέρωχος, συνενώνει εποχές και θρησκείες, αφού χτίστηκε αρχικά ως ρωμαϊκό μαυσωλείο κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., ενώ τον 17ο αιώνα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό με τρούλο και ιερό. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη αρχαιολογικές εργασίες, οπότε δεν θα μπορέσετε να πλησιάσετε πάρα πολύ, ωστόσο και μόνο η θέα υποβάλλει.

Ο λόγος; Τα ξακουστά από τους αρχαίους χρόνους αμπέλια της Σικίνου. Την παράδοση αναβιώνει τα τελευταία χρόνια το οινοποιείο Μάναλη, «κρεμασμένο» σε μια πανέμορφη τοποθεσία στην απόκρημνη βορειοδυτική πλευρά του νησιού. Λειτουργεί αποκλειστικά με φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες, ενώ στον βιολογικό αμπελώνα καλλιεργούνται κυκλαδίτικες ποικιλίες που δίνουν 3 εξαιρετικά κρασιά. Το «Εν Λευκώ», ένα ξηρό και φρουτώδες λευκό από Ασύρτικο, Αηδάνι και Μονεμβασιά, το «Εν Θερμώ», ένα μεστό κόκκινο από Μαντηλαριά και Ασύρτικο, και το ξεχωριστό «Λιοσάτο», έναν επιδόρπιο οίνο από σταφύλια που «ψήνονται» αρχικά στον ήλιο για 15 ημέρες. Το οινοποιείο είναι επισκέψιμο τους καλοκαιρινούς μήνες κάθε απόγευμα μετά τις 6, ενώ την ξενάγηση στις εγκαταστάσεις ακολουθεί δοκιμή των κρασιών συνοδεία μεζέδων στην πανέμορφη βεράντα με την συγκλονιστική θέα.
Tips:-Αναζητήστε εξαιρετικό ντόπιο θυμαρίσιο μέλι και κάπαρη
-Το τοπικό λεωφορείο εκτελεί τακτικά δρομολόγια από την Αλοπρόνοια προς τη Χώρα και την Επισκοπή
-Μην ψάξετε για ταξί, διότι δεν υπάρχουν
-Στο νησί παρέχεται δωρεάν δημόσιο wi-fi
-Φαβοκεφτέδες, ρεβίθια, γίγαντες, αμπελοφάσουλα και βέβαια ντόπιο κρασί είναι μερικά από τα εδέσματα που προσφέρονται σε αφθονία στα ξακουστά σικινιώτικα πανηγύρια, μεγαλύτερο αυτό του Δεκαπενταύγουστου
-Οι Γιορτές Φωτογραφίας της ομάδας Photosikinos με φωτογραφικές προβολές και οι Γιορτές Σικίνου με εκθέσεις, παραστάσεις και συναυλίες προσδίδουν στο σικινιώτικο καλοκαίρι χρώμα καλλιτεχνικό. 
-Επιδοθείτε άφοβα σε island hopping εκμεταλλευόμενοι την ενδοκυκλαδική γραμμή και «πεταχτείτε» μέχρι την Ίο ή τη Φολέγανδρο.

(Πηγή: http://www.athinorama.gr)


Μύκονος στέκεται καταμεσίς στο Αιγαίο σαν ένα μονάκριβο στολίδι που το δημιούργησε ο χρόνος, το ελληνικό φως και ο ανώνυμος λαικός τεχνίτης. Όσα και να ειπωθούν και να γραφτούν για τη Μύκονο είναι λίγα. Η Μύκονος για αιώνες έζησε στη σκιά του θρησκευτικού κέντρου της Δήλου και έπρεπε να φτάσει ο 20ος αιώνας για να προσφέρει στη Μύκονο τη διεθνή καταξίωση στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη.
Η Μύκονος, το νησί των ανέμων, όπως την έχουν ονομάσει λόγω των ανέμων που πνέουν το περισσότερο καιρό, είναι το πιο δημοφιλές και κοσμοπολίτικο νησί των Κυκλάδων, και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι συγκαταλέγεται στα πιο διάσημα νησιά σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το φως στη Μύκονο από τις πρώτες πρωινές αχτίδες του ήλιου μέχρι την δύση του είναι εκπληκτικό και συμπληρώνει την ατμόσφαιρα των εικόνων που φαντάζουν λες και ξεπήδησαν από ζωγραφικό πίνακα.
Ξεχωριστή και ιδιαίτερη η κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική της με τα τετράγωνα κατάλευκα σπίτια χτισμένα πότε το ένα πολύ κοντά στο άλλο και πότε σκορπισμένα πάνω σε λόφους και βουνά, πότε πάνω σε μεγάλα βράχια, και πότε ακριβώς μπροστά στο κύμα. Αλλά ακόμα και χτισμένα μέσα στη θάλασσα στην πασίγνωστη Μικρή Βενετία.
Εκεί που το ηλιοβασίλεμα πλημμυρίζει με χρώματα τον ουρανό και φωτίζει τα πάντα με μια βαθιά πορτοκαλί απόχρωση καθώς ο ήλιος βυθίζεται στη θάλασσα. Κι από πάνω της, στέκουν επιβλητικά παραταγμένοι στη σειρά τέσσερις τεράστιοι άσπροι μύλοι με φυλλώδεις σκεπές, που τα παλιά χρόνια εργάζονταν σκληρά για να αλέσουν το σιτάρι και τώρα είναι εκεί απλά για να ομορφαίνουν το τοπίο.
Η γραφική χώρα της Μυκόνου με τα αμέτρητα πάντα ασπρισμένα σοκάκια της γεμάτα φροντισμένα όμορφα ταβερνάκια, εστιατόρια, καφέ, μπαρ, που σφύζουν από ζωή, αλλά και την πολύ καλή αγορά με τα δεκάδες εμπορικά καταστήματα τα οποία παραμένουν ανοιχτά ως τις τέσσερις τα ξημερώματα και ότι άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς, σε προκαλεί να την περπατάς ατέλειωτες ώρες εξερευνώντας κάθε της γωνιά.
Το παλιό λιμάνι μπροστά στη χώρα που για χρόνια έδεναν τα καράβια για να μεταφέρουν κόσμο από όλα τα μέρη της Ελλάδας, έχει αρκετά καφέ και εστιατόρια με θέα το απέραντο γαλάζιο του αιγαίου, ακόμα και παραλία για να κολυμπήσει κανείς και να κάνει ηλιοθεραπεία χωρίς να απομακρυνθεί από την χώρα.
Η Μύκονος ξεχωρίζει και για τις πολλές και ονειρεμένες παραλίες της ιδανικές για κάθε προτίμηση καλύπτοντας κάθε ηλικία και γούστο. Χρυσόξανθες αμμουδιές, κρύα κρυστάλλινα γαλαζοπράσινα νερά. Πολυσύχναστες παραλίες καλά οργανωμένες με όλες τις ανέσεις, beach bar με δυνατή μουσική και τρελά πάρτι στην άμμο, παραλίες γυμνιστών, κοσμικές παραλίες που τις επισκέπτονται επώνυμοι αλλά και πιο ήσυχες και απομονωμένες με πιο απάτητες ακτές χωρίς ξαπλώστρες και ομπρέλες, παραλίες με όλες τις δυνατότητες των θαλάσσιων σπορ, και σχολές καταδύσεων αλλά και πιο οικογενειακές.
Οι πιο δημοφιλείς και πολυσύχναστες παραλίες στη Μύκονο βρίσκονται στη νότια πλευρά της μιας και είναι πιο προφυλαγμένες από τους βόρειους ανέμους που φυσούν στο νησί. Η μεταφορά στις παραλίες γίνεται πολύ εύκολα με το δικό σας μεταφορικό μέσο, αλλά και με την πολύ καλή και συχνή συγκοινωνία που διαθέτει το νησί, είτε οδικώς με λεωφορεία είτε με καΐκια που συνδέουν αρκετές παραλίες μεταξύ τους.
Η Μύκονος πέρα από την φήμη που έχει για την έντονη και ξέφρενη διασκέδαση και τα ατέλειωτα πάρτι είναι ένας τόπος με αναρίθμητες ομορφιές. Ένα μαγευτικό νησί τόσο ελκυστικό που κανείς δεν μπορεί να το επισκεφτεί μόνο μια φορά.
(Πηγή:www.mykonosinfo.gr)

«Αναδύθηκε» μετά από την έκρηξη του ηφαιστείου, χάρισε σε εκατομμύρια τουρίστες μικρές και μεγάλες ερωτικές στιγμές, έκλεψε τις εντυπώσεις με το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα στον κόσμο, είναι το νησί της Σαντορίνης και επιβάλλει στον επισκέπτη της να την ερωτευτεί, να την θαυμάσει και να επιστρέψει γρήγορα στα ρομαντικά στενά της!
AdTech Ad
Ο απόλυτος προορισμός για όλα τα ερωτευμένα ζευγάρια!
Μόλις το πλοίο μπει στο λιμάνι της Σαντορίνης, ένας αναζωογονητικός αέρας πνέει, διαγράφοντας όλες τις έννοιες που βασανίζουν το μυαλό σου, καλωσορίζοντας σε στο απόλυτο νησί του έρωτα!
Και αν τίποτα από όλα αυτά δεν σε συγκινεί, η Σαντορίνη θα σου δείξει το σούρουπο το μυστικό της όπλο! Θα σε πάρει από το χέρι και θα σε οδηγήσει στην Οία, στιγμές πριν δύσει ο ήλιος, και εκεί θα σε αφήσει να αγναντέψεις τον απέραντο ορίζοντα που απλώνεται μπροστά σου με έναν φλογερό κατακόκκινο ήλιο να «βυθίζεται» κάπου στο βάθος του Αιγαίου! Το Αιγαίο χάνει τους μπλε χρωματισμούς και αποκτά κόκκινη απόχρωση, σαν την ηφαιστειακή λάβα που τη δημιούργησε!
Μια μυσταγωγία που όμοια της δεν έχεις ξαναζήσει, το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης θα σε δέσει για πάντα στο νησί...
Κάτασπρες μεγαλοπρεπείς πολιτείες χτισμένες στο χείλος του γκρεμού, γραφικά χωριουδάκια, πλακόστρωτα σοκάκια και εντυπωσιακές εκκλησίες που λούζονται στο φως. Σκηνικό βγαλμένο από ταινία.
Ερωτευμένα ζευγάρια συρρέουν κάθε χρόνο στο ηφαιστειακό νησί αναζητώντας να απολαύσουν αγκαλιασμένοι σε κάποιο μπαλκονάκι της Καλντέρας το διάσημο σε όλους ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης.
Τι συμβαίνει στη Σαντορίνη όταν ο ήλιος δύει;
Δεκάδες άνθρωποι καθισμένοι στις ταράτσες και στις βεράντες θαυμάζουν σιωπηλοί ένα από τα πιο σπάνια θεάματα στη γη, γεμάτοι δέος για το μεγαλείο που αντικρίζουν. Όλοι περιμένουν ανυπόμονα να θαυμάσουν το ηλιοβασίλεμα, σκαρφαλώνουν ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη για να έχουν την καλύτερα θέα και στο τέλος ξεσπούν σε χειροκροτήματα μόλις ο ήλιος χαθεί! Φυσικά, δίνουν ραντεβού και για το επόμενο απόγευμα!
Στο top 10 για τα καλύτερα καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα στον κόσμο
Το περιοδικό National Geographic, έδωσε στη δημοσιότητα τη λίστα με τα ομορφότερα καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα στον κόσμο. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει από την λίστα και το μοναδικό ηλιοβασίλεμα στην Οία. Αν και μας παραξένεψε η θέση που κατέλαβε το ελληνικό ηλιοβασίλεμα (6η θέση), ωστόσο το περιοδικό επέλεξε να βάλει την φωτογραφία με το ονειρεμένο ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης κεντρική στο σχετικό άρθρο!
Μια μικρή περιήγηση στα χωριά του νησιού
Πρωτεύουσα του νησιού είναι τα Φηρά. Χτισμένα στην Καλντέρα, 260 μ. πάνω από τη θάλασσα, με υπέροχη θέα στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου και το νησάκι της Νέας Καμένης, μοιάζουν να βρίσκονται μία ανάσα από τον ουρανό... Τα Φηρά μαζί με το Φηροστεφάνι, το Ημεροβίγλι και την Οία απλώνονται κατά μήκος της Καλντέρας μαγεύοντας τον επισκέπτη, το καθένα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο.
(Πηγή: www.newsbomb.gr)


Η Τήνος αποτελεί τον αγαπηµένο προορισµό κάθε ταξιδιώτη, κι αυτό γιατί συνδυάζει τα αντιθετικά στοιχεία της φύσης: το ορεινό µε το πεδινό, το βουνό µε τη θάλασσα, το άγονο µε το γόνιµο… Το ήπιο κλίµα του νησιού ευνοεί κάθε είδους δραστηριότητα, ενώ τα «δυνατά» µελτέµια δικαιολογούν το χαρακτηρισµό που έχει αποδοθεί στην Τήνο: «Το νησί του Αιόλου».
Με τα 195 τετραγωνικά χιλιόµετρα έκτασης η Τήνος καταλαµβάνει την τρίτη σε µέγεθος θέση ανάµεσα στα νησιά των Κυκλάδων, µετά την Άνδρο και τη Νάξο (κατ’ άλλους τέταρτη µετά την Πάρο). Το σχήµα της είναι σχεδόν τριγωνικό και ανήκει στη γραµµή Άνδρου-Μυκόνου, που είναι προέκταση της Εύβοιας. Η κορυφογραµµή που διαχωρίζει το νησί σε δυο πλευρές, τη βόρεια και τη νότια, καταλήγει στο «Κεχροβούνι» και τον «Τσικνιά» (720 µέτρα υψόµετρο περίπου), όπου κατά τη Μυθολογία είχε τα ανάκτορά του ο Αίολος, ο θεός των ανέµων. Το συνολικό µήκος της ακτογραµµής είναι 114 χιλιόµετρα και κατακλύζεται από «δαντελωτές» ακτές µε αναρίθµητους ορµίσκους, ακρωτήρια, αλλά και παραλίες για όλα τα γούστα: πολυσύχναστες ή ήρεµες, προσιτές µέσω του κεντρικού οδικού δικτύου, χωµατόδροµων ή γραφικών µονοπατιών. Εξήντα δύο οικισµοί, εκ των οποίων περισσότεροι από 40 χωριά (όπως διαµορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα), είναι διάσπαρτοι στο νησί, φαινόµενο σπάνιο σε σχέση µε τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων και αναλογικά µε το µέγεθός του. Κατά την απογραφή του 2001 καταµετρήθηκαν 8.574 κάτοικοι της Τήνου, οι οποίοι είναι µοιρασµένοι στην πρωτεύουσα και στα χωριά της. 
Κύριο χαρακτηριστικό του νησιού είναι το βραχώδες του εδάφους. Υπάρχουν µεγάλες ποσότητες γρανίτη, σχιστόλιθου ή µαρµάρου (λευκού και πράσινου). Στη χλωρίδα ανήκουν τα θαµνώδη φυτά (κέδροι, µυρτιές, σπάρτα κλπ) και θαµνολιβαδικά φυτά που χρησιµεύουν ως αφεψήµατα ή στη µαγειρική (φασκόµηλο, χαµοµήλι, ρίγανη, κάπαρη και άλλα). Την πανίδα αποτελούν τα αγριοπερίστερα, οι λαγοί, τα αγριοκούνελα, οι πέρδικες, καθώς και διάφορα αποδηµητικά πουλιά (τρυγόνια, ορτύκια και άλλα) µε πέρασµα από Σεπτέµβριο έως Φεβρουάριο. Η οικονοµία του νησιού βασίζεται κυρίως στη γεωργία, τη ναυτιλία, την αλιεία και τον τουρισµό (κυρίως κατά τους θερινούς µήνες), ενώ στα εξαγώγιµα προϊόντα του νησιού ανήκουν το µοναδικό πράσινο µάρµαρο και άλλα πετρώµατα, τα λαχανικά, τα οπωροκηπευτικά, οι πατάτες, τα γαλακτοκοµικά (τυράκι Τήνου, γραβιέρα, κοπανιστή), το αρίστης ποιότητας θυµαρίσιο µέλι και το περίφηµο «ροζακί» σταφύλι.
Μιλώντας για τον τουρισμό, η Τήνος δεν έχει να ζηλέψει τίποτα απο τα γειτονικά νησιά και βρίσκεται ψηλά στην προτίμηση των ταξιδιωτών που θέλουν να επισκεφτούν τις Κυκλάδες, να απολαύσουν το ειδυλλιακό περιβάλλον με τις ξακουστές παραλίες και να φιλοξενηθούν στα προσεγμένα καταλύματά της. Οι επιλογές είναι άφθονες τόσο στη χώρα όσο και στα υπόλοιπα γραφικά χωριά οπου μπορούμε να βρούμε ξενοδοχεία σε όλες τις κατηγορίες , όπως και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια είναι ιδανικά για όλους όσες θέλουν να αποδράσουν και να ξεφύγουν απο την ρουτίνα της πραγματικότητας.
(Πηγή: www.tinos360.gr)

Τα άλλοτε απομονωμένα και σε πολλούς άγνωστα Κουφονήσια, τα τελευταία χρόνια έχουν μετατραπεί σε πόλο έλξης πολλών τουριστών, που αναζητούν μια απόδραση μακριά από τα συνηθισμένα.
Πρόκειται για δυο νησάκια, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους από ένα στενό πορθμό πλάτους, μόλις, 200 μέτρων. Στο Κάτω Κουφονήσι θα βρείτε ένα γραφικό λιμανάκι και λιγοστές κατοικίες, ενώ το Πάνω Κουφονήσι έχει μόνιμους κατοίκους και φιλοξενεί κάθε χρόνο έναν αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών. Για πολλούς αποτελούν το συνώνυμο της καλοκαιρινής ανεμελιάς και αυτό δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, αφού προσφέρουν ήρεμες και χαλαρές διακοπές.
Σας προτείνουμε δέκα πράγματα που δεν πρέπει να χάσετε στα Κουφονήσια:

1. Βόλτα στη Χώρα: 
Στο Πάνω Κουφονήσι θα βρείτε τον γραφικό οικισμό της Χώρας και μοναδικό του νησιού, ακριβώς επάνω από το μικρό λιμάνι. Περιπλανηθείτε ανάμεσα στα χαρακτηριστικά κυκλαδίτικα σπιτάκια και τα ασβεστωμένα σοκάκια. Στο κέντρο δεσπόζει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που είναι ο προστάτης του νησιού.


2. Θαλασσινές σπηλιές:
 Βρίσκονται στο Πάνω Κουφονήσι, πίσω από την παραλία Πορί. Το μοναδικό τοπίο αποτελείται από απόκρημνα βράχια που σχηματίζουν σπήλαια και μικρές παραλίες, που μοιάζουν με πισίνες. Το κολύμπι σε αυτές είναι μια εμπειρία που θα σας μείνει αξέχαστη. Είναι προσβάσιμες μόνο από τη θάλασσα.


3. Εκδρομή στην Κέρο: 
Το μικρό αυτό και ακατοίκητο νησάκι είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τα Κουφονήσια. Αποτελεί προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο, καθώς φιλοξενεί σημαντικά ευρήματα του κυκλαδίτικου πολιτισμού, όπως το πρωτοκυκλαδικό νεκροταφείο. Οι παραλίες του νησιού είναι πανέμορφες.


4. Βόλτα με τα πόδια:
 Τα Κουφονήσια είναι ιδανικά για περπάτημα, καθώς όλες οι αποστάσεις είναι μικρές και μπορούν να καλυφθούν πολύ άνετα με τα πόδια. Ακολουθήστε τη διαδρομή από τη Χώρα στον Ξυλοπάτη και ανακαλύψτε αμμουδιές με κρυστάλλινα νερά και σπηλιές. Μια άλλη διαδρομή είναι αυτή που ξεκινά και πάλι από τη Χώρα και περνώντας από τον Προφήτη Ηλία καταλήγει στην Πάνω Μεριά. Η θέα από τα εσωτερικά μονοπάτια του νησιού είναι μοναδική. Για να δείτε όλο το νησί περπατώντας θα χρειαστείτε τρεις ώρες.

5. Περιπλάνηση με ποδήλατο: Νοικιάστε ένα ποδήλατο και κάντε το γύρο του νησιού ακολουθώντας την παραλιακή οδό.

6. Θαλάσσια σπορ: Οι θάλασσες της περιοχής είναι ιδανικές για θαλάσσια αθλήματα, όπως η ιστιοσανίδα. Στο Πορί θα βρείτε πολλούς σέρφερ να κάνουν προπόνηση, ενώ άλλοι προτιμούν την Πλατιά Πούντα.

7. Κολυμπήστε σε κρυστάλλινα νερά: Στο Πάνω Κουφονήσι οι επιλογές είναι πολλές. Το Λουτρό, ο Παριανός, ο Φοίνικας, ο Φανός, η Ιταλίδα και το Πορί. Στο Κάτω Κουφονήσι θα βρείτε ερημικές αμμώδεις παραλίες, όπως η Παναγιά, ο Δέτης και το Νερό. Οι βραχώδεις σπηλιές στις βόρειες ακτές του Κουφονησίου και στο Κάτω Κουφονήσι είναι ιδανικοί ψαρότοποι και θα ενθουσιάσουν τους ερασιτέχνες ψαράδες.


8. Πανηγύρι της Παναγιάς:
 Στις 15 Αυγούστου μη χάσετε το πανηγύρι της Παναγιάς, όπου όλοι οι ντόπιοι ταξιδεύουν με καϊκια στο Κάτω Κουφονήσι.


9. Απολαύστε φρέσκα ψάρια και θαλασσινά: 
Πολλοί είναι οι επισκέπτες που καταφθάνουν ακόμα και με σκάφος στα νησιά για να γευτούν φρέσκα ψάρια και θαλασσινά. Άλλωστε, αποτελούν τα κύρια προϊόντα της περιοχής.


10. Ράλλυ Αιγαίου: Η φετινή διαδρομή του Ράλλυ Αιγαίου περνάει και από τα Κουφονήσια, που αποτελούν ουσιαστικά τον τελευταίο σταθμό της διαδρομής πριν την  στο Σούνιο.
(Πηγή: www.newsbeast.gr)


Η Δήλος, μολονότι ένα από τα μικρότερα νησιά του Αιγαίου (6,85 τετρ. χλμ.), ήταν στην αρχαιότητα το διασημότερο και το ιερότερο απ' όλα τα νησιά επειδή, σύμφωνα με τον μύθο, εκεί γεννήθηκε ο Απόλλωνας-Ήλιος, θεός του ημερήσιου φωτός και η Άρτεμις-Σελήνη, θεά του νυχτερινού φωτός – δηλαδή εκεί γεννήθηκε το Φως, που για τους Έλληνες ήταν πάντα το πολυτιμότερο αγαθό.
Οι παλιότεροι κάτοικοι της Δήλου έκτισαν (γύρω στο 2.500 π.Χ.) τις ελλειψοειδείς καλύβες τους στην κορυφή του Κύνθου (113 μ. ύψος), από όπου, στις ταραγμένες και ανασφαλείς εκείνες εποχές, μπορούσαν εύκολα να εποπτεύουν και να ελέγχουν τη μικρή κοιλάδα και τη θάλασσα ολόγυρα. Οι Μυκηναίοι, που ήλθαν γύρω στα τέλη του 15ου αιώνα π.Χ., έχοντας ήδη εδραιώσει την κυριαρχία τους στο Αιγαίο, αισθάνθηκαν αρκετά ασφαλείς ώστε να εγκατασταθούν στην μικρή κοιλάδα πλάι στη θάλασσα. Το Απολλώνιο Ιερό, εδραιωμένο ήδη από τους Ομηρικούς χρόνους, έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή του στη διάρκεια των αρχαϊκών (7ος-6ος αι. π.Χ.) και κλασικών (5ος-4ος αι. π.Χ.) χρόνων. Έλληνες απ' όλο τον τότε ελληνικό κόσμο συγκεντρώνονταν στο νησί για να λατρέψουν τον θεό του φωτός Απόλλωνα και την δίδυμη αδελφή του Άρτεμη, θεά της Σελήνης.
Η Νάξος και κατόπιν η Πάρος προσπάθησαν να επιβληθούν εκμεταλλευόμενες την αίγλη του Ιερού. Αλλά η πόλη που κυριάρχησε τελικά ήταν η μακρινή Αθήνα, αιτιολογώντας την παρουσία της με διάφορους μύθους. Την περίοδο της τυραννίας του Πεισίστρατου (540-528 π.Χ.) ή των γιών του οικοδομείται ο Πώρινος Ναός του Απόλλωνα στον οποίο στεγάζεται ένα υπερφυσικού μεγέθους άγαλμα του θεού.
Το 478 π.Χ., μετά το τέλος το τέλος των Περσικών πολέμων, ιδρύθηκε η Δηλιακή Συμμαχία των Ελληνικών πόλεων με στόχο την αντιμετώπιση μελλοντικών απειλών. Έδρα τη συμμαχίας ήταν η Δήλος· εκεί φυλασσόταν το τεράστιο ποσό των εισφορών των συμμαχικών πόλεων και εκεί γινόταν οι συναντήσεις των αντιπροσώπων. Πολύ σύντομα η Δηλιακή Συμμαχία εξελίσσεται σε Αθηναϊκή ηγεμονία και οι ξύμμαχοι γίνονται υπήκοοι των Αθηναίων. Τα χρήματα του κοινού ταμείου μεταφέρθηκαν το 454 π.Χ. στην Ακρόπολη των Αθηνών, δήθεν για λόγους ασφαλείας, στην πραγματικότητα όμως για να χρηματοδοτήσουν το φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή.
Το 476 π.Χ. άρχισε να οικοδομείται ο δεύτερος ναός του Απόλλωνα, ο Μέγας Ναός, ή Ναός των Δηλίων. Η οικοδόμηση του διακόπηκε μετά την μεταφορά του ταμείου στην Αθήνα, συνεχίστηκε την περίοδο της Δηλιακής ανεξαρτησίας (314-166 π.Χ.), αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε.
Τον χειμώνα του 426/5 π.Χ. οι Αθηναίοι έκαναν την "κάθαρση" της Δήλου, δήθεν για λόγους ευσεβείας. Άνοιξαν όλους τους τάφους που υπήρχαν στο νησί και μετέφεραν τα οστά και τα κτερίσματα στη Ρήνεια, όπου τα έθαψαν σ' ένα κοινό λάκκο. Παράλληλα αποφάσισαν να μην γεννιέται και να μην πεθαίνει κανείς πια στη Δήλο, αλλά να μεταφέρονται οι επίτοκοι και οι βαριά άρρωστοι στη Ρήνεια. Από τότε κανείς δεν γεννήθηκε, κανείς δεν πέθανε και κανείς δεν τάφηκε στο Ιερό νησί, οι δε Δήλιοι, όπως επεδίωκαν οι Αθηναίοι, έγιναν απάτριδες. Το 422 π.Χ. ολοκλήρωσαν την «κάθαρση» εξορίζοντας όλο τον ντόπιο πληθυσμό.
Αμέσως μετά την κάθαρση, παρά το γεγονός ότι ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, οι Αθηναίοι αρχίζουν, από τύψεις ή από φόβο, το εξαιρετικά δαπανηρό έργο της οικοδόμησης ενός ακόμη ναού του Απόλλωνα από λευκό πεντελικό μάρμαρο και καθιερώνουν τα Δήλια, γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα κάθε πέντε χρόνια.
Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το Αιγαίο συνταράσσεται για σαράντα σχεδόν χρόνια από τους πολέμους των φιλόδοξων στρατηγών που τον διαδέχτηκαν. Ο Αντίγονος και ο γιος του Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσαν το Κοινόν των Νησιωτών με θρησκευτικό κέντρο τη Δήλο, η οποία κηρύχτηκε ελεύθερη και ανεξάρτητη (314 – 166 π.Χ.).
Την εποχή της ανεξαρτησίας οι ηγεμόνες των ελληνιστικών κρατών συναγωνίζονται στην επιδεικτική οικοδόμηση λαμπρών κτηρίων στο Ιερό νησί. Όλη η περιοχή του Ιερού ήταν γεμάτη με εκατοντάδες μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα, δαπανηρά αναθήματα πόλεων ή πλούσιων ιδιωτών, από τα οποία σώθηκαν μονάχα τα ενεπίγραφα βάθρα.

To Εμπορικό Κέντρο και η κοσμοπολίτικη Πόλη

Με την ήττα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους (Πύδνα, 168 π.Χ.) τελειώνει και η περίοδος της ανεξαρτησίας της Δήλου. Το 166 π.Χ. οι Ρωμαίοι την παραχωρούν ξανά στους Αθηναίους, οι οποίοι εξορίζουν και πάλι τους Δήλιους, και εγκαθιστούν στο νησί Αθηναίους εποίκους. Παράλληλα οι Ρωμαίοι, που ρυθμίζουν πλέον τις τύχες της Μεσογείου, ανακήρυξαν τη Δήλο ελεύθερο λιμάνι με στόχο να εξοντώσουν οικονομικά την αντίπαλο τους Ρόδο. Η απαλλαγή από τους φόρους, η ατέλεια, αλλά και η εξαιρετική γεωγραφική της θέση και η καταστροφή της Κορίνθου (146 π.Χ.), σημαντικότατου μέχρι τότε εμπορικού κέντρου, είχαν σαν αποτέλεσμα να συγκεντρωθεί εκεί όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, Βορά και Νότου. Η ισχυρή Ρόδος καταστράφηκε οικονομικά, ενώ το μικρό νησί έγινε πολύ σύντομα το maximumemporiumtotiusorbisterrarum(Festus), δηλαδή το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της οικουμένης.
Στις πολύβουες προκυμαίες πλοία απ' όλη τη Μεσόγειο φόρτωναν και ξεφόρτωναν διαρκώς τόνους εμπορευμάτων και χιλιάδες σκλάβους.
Φυσικό επακόλουθο ήταν η απότομη αύξηση του πληθυσμού και μια έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Μέσα σε λίγες δεκαετίες δημιουργήθηκε μια Πόλη στις πλαγιές των έξη χαμηλών λόφων που περιβάλλουν την κοιλάδα του Ιερού. Αποτέλεσμα της γρήγορης αυτής ανάπτυξης ήταν η άναρχη οικοδόμηση, χωρίς πολεοδομικό σχέδιο, και χωρίς κανονικό ρυμοτομικό σύστημα, πράγμα που είναι περισσότερο φανερό στη "Συνοικία του Θεάτρου", την παλιότερη και την πιο ακριβή συνοικία της πόλης.
Σε σύγκριση με τις σύγχρονες της πόλεις η Δήλος δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια μικρή, κακοκτισμένη και βρώμικη εμπορική πόλη. Το μόνο που την έκανε ξεχωριστή ήταν η ύπαρξη του αρχαίου ιερού και οι μύθοι της.

Καταστροφή και εγκατάλειψη

Ο πλούτος που συγκεντρώθηκε στο νησί και οι φιλικές σχέσεις των Δηλίων με τη Ρώμη ήταν η κύρια αιτία της καταστροφής της Δήλου. Το νησί καταστράφηκε και λεηλατήθηκε δυο φορές: το 88 π.Χ. από τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη, που ήταν σε πόλεμο με τους Ρωμαίους, και το 69 π.Χ. από τους πειρατές του Αθηνόδωρου, σύμμαχου του Μιθριδάτη.
Μετά την δεύτερη καταστροφή η πόλη σιγά-σιγά συρρικνώθηκε, εγκαταλείφθηκε και ξεχάστηκε. Ο απολογητής του χριστιανισμού Τερτυλλιανός αναφέρει με χαρακτηριστική χαιρεκακία τον μεταγενέστερο Σιβυλλικό χρησμό: "ακόμη και η Σάμος θα γίνει άμμος και η Δήλος άδηλος".
Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπάρχει ακόμη μια σημαντική χριστιανική κοινότητα στο νησί, όπως μαρτυρούν τα λείψανα επτά παλαιοχριστιανικών βασιλικών και το γεγονός ότι η Δήλος αναφέρεται ως έδρα επισκόπου. Μετά τον 7ο μ.Χ. αι. όμως φαίνεται πως ερημώνεται εντελώς και γίνεται για πολλούς αιώνες καταφύγιο πειρατών.

Οι ανασκαφές

Οι ανασκαφές, που άρχισαν το 1872 και συνεχίζονται ακόμη, έχουν αποκαλύψει το Ιερό και ένα μεγάλο μέρος της κοσμοπολίτικης ελληνιστικής πόλης.
Τα ευρήματα φυλάσσονται στο Μουσείο Δήλου και περιλαμβάνουν (ολόκληρα ή τμήματα) περίπου 30.000 αγγεία, ειδώλια, μικροαντικείμενα, 8.000 γλυπτά, 3.000 επιγραφές. Το μεγαλύτερο μέρος των γλυπτών και ένα μικρό μέρος των αγγείων και των μικροαντικειμένων εκτίθενται στις έντεκα αίθουσες του Μουσείου Δήλου.
Από το 1990 ολόκληρη το νησί έχει χαρακτηριστεί Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά και προστατεύεται από την UNESCO. Τα τελευταία χρόνια γίνεται ένα τεράστιο έργο συντήρησης και στερέωσης των μνημείων που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και το Ελληνικό Κράτος.
(Πηγή: www.delostours.gr)
  προεται μάλλον από το Σούρ ή Οσο
ύρα που σήμαινε "βραχώδης"  . Ο Ό
Το όνομα «Σύρος» προέρχεται από το Φοινικικό Ουσύρα, που σημαίνει ευτυχής ή το «Συρ» βράχος!..
Το νησί της Σύρου κατοικήθηκε ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Στις θέσεις Χαλανδριανή και Καστρί, ύστερα από ανασκαφική έρευνα, έχουν εντοπιστεί σημαντικά δείγματα του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού (2.700-2.200 π.Χ.). Αξιόλογα ευρήματα έφεραν στο φως οι ανασκαφές που ξεκίνησαν το 1862 στο νεκροταφείο της Χαλανδριανής και συνεχίστηκαν αργότερα το 1898 από τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα. Ήρθαν στο φως υπολείμματα οχύρωσης, οικιών κ.ά. 
Ο πρωτοκυκλαδικός οχυρωμένος οικισμός στο Καστρί αποτελεί έναν από τους καλύτερα διατηρημένους οικισμούς της περιόδου. Τα ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Αθήνα), στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Γουλανδρή και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σύρου.

Ίχνη εγκαταστάσεων εντοπίστηκαν και σε άλλα σημεία του νησιού (Τάλαντα, Σαν Μιχάλης, Αζόλιμνος, Γαλησσάς, Μάλλια, Μάννα). Στους αιώνες που ακολούθησαν, το νησί βρέθηκε σταδιακά κάτω από την επιρροή των Φοινίκων, των Μινωιτών και στη συνέχεια των Μυκηναίων. Κατά την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού (11ος-10ος αι. π.Χ.) πιθανολογείται η εγκατάσταση Ιώνων στη Σύρο. Στην Οδύσσεια ο Όμηρος αναφέρει το νησί με το όνομα «Συρίη», και την ονομάζει «δίπολις», διότι είχε δύο πόλεις -την Ποσειδωνία και τη Φοινική- με βασιλιά τον Κτήσιο Ορμενίδη.

Τον 6ο αι. π.Χ. στη Σύρο, η οποία εν τω μεταξύ είχε καταληφθεί από τους Σάμιους, γεννήθηκε ο φυσικός φιλόσοφος Φερεκύδης, ο οποίος θεωρείται εφευρέτης του πρώτου ηλιακού ρολογιού, και δάσκαλος του Πυθαγόρα. Το όνομά του έχουν δύο σπήλαια του νησιού, ένα στο ανατολικό τμήμα (Ρηχωπού) και το άλλο στην Αληθινή, ανάμεσα στην Ερμούπολη και στην Άνω Σύρο. Την περίοδο αυτή υπήρχαν δύο πόλεις στη Σύρο: Μία στη σημερινή Ερμούπολη (στην περιοχή Πευκάκια-Ψαριανά) και μία στο Γαλησσά (Γαλησσός). Κατά την Μηδική εισβολή, η Σύρος υποτάχθηκε στους Πέρσες. Από το 478 π.Χ. εντάχθηκε στην Α΄ Αθηναϊκή συμμαχία. Διατήρησε την αυτονομία της, με βουλή και δήμο, κατέβαλε όμως φόρο υποτελείας στους Αθηναίους.

Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους (324-184 π.Χ.) η πρωτεύουσα της Σύρου βρισκόταν στη θέση της σημερινής Ερμούπολης. Μετά από μία περίοδο αναταραχών κατά τον 3ο αι. π.Χ., το νησί ακμάζει και πάλι κατά τον 2ο αι. π.Χ., όπως μαρτυρεί η κυκλοφορία χάλκινων νομισμάτων ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ., ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει η κοπή αργυρών νομισμάτων τον 2ο αι. π.Χ. 

Βυζαντινοί χρόνοι – Φραγκοκρατία – Οθωμανική περίοδος

Με το τέλος του αρχαίου κόσμου, οι βαρβαρικές επιδρομές και η μάστιγα της πειρατείας, που σημαδεύουν το χώρο του Αιγαίου για πολλούς αιώνες, είχαν σαν συνέπεια την παρακμή του νησιού. Στους Βυζαντινούς χρόνους, η Σύρος αποτελεί, μαζί με τα άλλα νησιά των Κυκλάδων, τμήμα του «θέματος του Αιγαίου».

Με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, η Σύρος υπάγεται στην ενετική κυριαρχία και ανήκει στο «δουκάτο του Αιγαίου». Κατά τη Λατινοκρατία, η πλειοψηφία των κατοίκων αποδέχεται το καθολικό δόγμα, διατηρεί όμως την ελληνική γλώσσα, όμως παρέμεινε μια μικρή ενορία ορθοδόξων, του Αγίου Νικολάου «του Φτωχού». Στους τρεισήμισι περίπου αιώνες ζωής του δουκάτου του Αιγαίου, η Σύρος γνωρίζει ένα ιδιότυπο καθεστώς φεουδαρχικού τύπου.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, ο οθωμανικός στόλος καταλαμβάνει το νησί και το δουκάτο καταλύεται. Όμως, οι διαπραγματεύσεις των τοπικών αρχών με την οθωμανική εξουσία οδηγούν στα 1579 στην παραχώρηση σημαντικών προνομίων στα κυκλαδονήσια, όπως, για παράδειγμα, μείωση της φορολογίας και θρησκευτική ελευθερία. Παράλληλα, στο πλαίσιο των πρώτων διομολογήσεων της Γαλλίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1535, έπειτα από σχετική συμφωνία μεταξύ της Γαλλίας και της οθωμανικής εξουσίας, οι καθολικοί τίθενται υπό την προστασία των Γάλλων, προνόμιο που διατηρήθηκε για αιώνες. Παρ’ όλα αυτά, το 1617, ο οθωμανικός στόλος καταστρέφει το νησί. Κατά τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, ο πληθυσμός του νησιού ήταν περίπου 2.500 καθολικοί και 150-200 ορθόδοξοι.

Νεότεροι χρόνοι

Μετά το β΄ μισό του 17ου αιώνα, αφού έληξαν οι συρράξεις μεταξύ Ενετών και Οθωμανών, αρχίζει μια περίοδος οικονομικής ανάκαμψης στο χώρο του Αιγαίου, που κορυφώθηκε κατά το πέρασμα από το 18ο στο 19ο αιώνα. Χάρη στην καίρια γεωγραφική της θέση, την υποστήριξη των δυτικών δυνάμεων και την ενισχυμένη αυτοδιοίκηση, η Σύρος αναδείχθηκε σε ναυτιλιακό κόμβο. Η διατήρηση ουδετερότητας από τους Συριανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821 είχε ως αποτέλεσμα την προσέλκυση πολυάριθμων ελληνορθόδοξων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τη Χίο, τα Ψαρά, την Κάσο, που βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στο νησί. Οι νέοι κάτοικοι, κυρίως ναυτικοί και έμποροι, μεταλαμπάδευσαν νέο δυναμισμό στο νησί, που, παράλληλα με την οικονομική του ανάπτυξη, εξελίχθηκε σε διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο. Δραστηριότητες, όπως η διακίνηση σιταριού και πολεμοφοδίων για τους εμπόλεμους, η εκποίηση λειών πολέμου αλλά και πειρατικών λαφύρων, η εξαγορά αιχμαλώτων και το δουλεμπόριο απέφεραν πλούτο στους Συριανούς. Σταδιακά και με την άφιξη πολυάριθμων προσφύγων από διάφορες περιοχές του ανατολικού Αιγαίου ανατράπηκε η παραδοσιακή αναλογία καθολικών-ορθοδόξων υπέρ των δεύτερων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1828 οι κάτοικοι της Ερμούπολης αριθμούσαν τους 13.800, από τους οποίους το ένα τρίτο ήταν Χιώτες και το ένα πέμπτο Σμυρνιοί και Κυδωνιείς. 

Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους η Σύρος, ειδικότερα η Ερμούπολη, που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες Χιώτες, Σμυρνιούς, Ψαριανούς, Κάσιους και Κρήτες -και ονομάστηκε έτσι από τους πρώτους οικιστές της πόλης, προς τιμή του Κερδώου αλλά και του Λόγιου θεού Ερμή - αναδείχθηκε σε κομβικό σημείο του Αιγαίου και διεθνές εμπορικό κέντρο μεταξύ Δυτικής Ευρώπης, Μεσογείου και Ανατολής. Το Μάιο του 1823 η Σύρος μαζί με τη Μύκονο αποτελούν μια επαρχία σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση των νησιών του Αιγαίου που θέσπισαν οι αρχές της Επανάστασης. Από το 1830, αναπτύχθηκε στη Σύρο το εμπόριο των υφασμάτων, του μεταξιού, των δερμάτων, των σιδερικών, και παράλληλα δημιουργήθηκε ένα ισχυρό τραπεζοπιστωτικό σύστημα.

Παράλληλα δημιουργείται και το πρώτο λιμάνι. Τεράστιες αποθήκες και τελωνείο χτίζονται με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Erlacher και συνεχίζονται από το Βαυαρό Weiler. Η θεμελίωση του έργου έγινε επίσημα από τον ίδιο τον Όθωνα. Το πρώτο νοσοκομείο της Ελλάδας χτίστηκε εδώ το 1834 και ήταν για όλους δωρεάν. Έτσι μέχρι το 1860 η Σύρος εξελίσσεται στο πρώτο εμπορικό λιμάνι της Ελλάδας. Παράλληλα με το εμπόριο, αναπτύχθηκαν η βιοτεχνία η ναυτιλία, η οικοδομική και τα δημόσια έργα. Η ακμή της Ερμούπολης συνδέθηκε με σημαντική ανάπτυξη της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Η παρακμή της ιστιοφόρου ναυτιλίας σήμανε μια περίοδο μαρασμού. Η σημασία της γεωγραφικής θέσης του νησιού μειώθηκε καθώς το λιμάνι του Πειραιά απέκτησε την πρωτοκαθεδρία στον ελληνικό χώρο.

Στο τέλος του 19ου αιώνα και για μερικές ακόμα δεκαετίες παρατηρήθηκε προσωρινή οικονομική ανάκαμψη, χάρη στην ανάπτυξη της βαμβακοβιομηχανίας. Η Κατοχή, ο λιμός του 1941 και οι βομβαρδισμοί κατέστρεψαν την κοινωνικο-οικονομική ζωή του νησιού. Η οικονομική παρακμή εντάθηκε κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Από τη δεκαετία του 1980 σημειώθηκε στροφή στην οικονομία του νησιού με κύριο άξονα τον τουρισμό.

Η Σύρος σήμερα

Οι τουριστικές υποδομές, η ένταξη του νησιού σε ευρωπαϊκά προγράμματα αλλά και η επαναλειτουργία του Νεωρίου Σύρου, η αυξημένη αγροτική παραγωγή, η ανάδειξη της αρχιτεκτονικής και βιομηχανικής κληρονομιάς του νησιού και η παρουσία δημοσίων υπηρεσιών έδωσαν ώθηση στη ζωή του νησιού, μετά από μια περίοδο οικονομικού μαρασμού. Σήμερα, η Σύρος είναι το διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο των Κυκλάδων. 

Καθολικοί και Ορθόδοξοι συνυπάρχουν αρμονικά και την παλαιότερη αμοιβαία επιφυλακτικότητα του παρελθόντος έχει αντικαταστήσει η οικονομική και κοινωνική όσμωση. Έτσι, μεγάλο ποσοστό των σημερινών επαγγελματιών στην Ερμούπολη προέρχονται από την Άνω Σύρο, ενώ οι μεικτοί γάμοι είναι πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. στ
ην "Οδύσσεια" ως Συρίη. Τα αρχαιολογικά ευρήματα που ήρθαν στο φως στα τέλ
η του περασμένου αιώνα στην Χαλανδριανή, στα Βορειοανατολικά του νησιού, χρονολογούνται από το 2.800 π.Χ., την β' περίοδο του Πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού. Τα ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ

Η ακμή της Ερμούπολης, εκτός από οικονομική ευμάρεια έφερε σημαντική ανάπτυξη της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Δημόσια και ιδιωτικά σχολεία φημίζονταν για το υψηλό τους επίπεδο. Το 1825 ιδρύθηκε το πρώτο αλληλοδιδακτικό στην Ερμούπολη από τους Γεώργιο Κλεόβουλο, Γρηγόριο Κωνσταντά και Φίλιππο Ιωάννου. Το 1830 άρχισε τη λειτουργία του το πρώτο δευτεροβάθμιο παρθεναγωγείο και λίγο αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου το 1834 εγκαινιάζεται το πρώτο Γυμνάσιο της Ερμούπολης, με γυμνασιάρχη τον Νεόφυτο Βάμβα (1833-1836), έναν από τους σημαντικότερους «διδασκάλους του Γένους». Παράλληλα, σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα καθολικά σχολεία της Άνω Σύρου, όπως η Σχολή των Καλογραιών του Ελέους και το σχολείο του Αγίου Ιωσήφ, το οποίο διαδέχτηκε η Σχολή των Φρερ. Το 1830 εκδίδεται στην Ερμούπολη η πρώτη ξενόγλωσση εφημερίδα που εμφανίστηκε στην Ελλάδα. Είναι η «Μέλισσα» που συντάσσεται σε Ελληνικά και Γαλλικά.

Η πολιτιστική κίνηση επισφραγίστηκε με την ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου «Απόλλων» το 1864 και της Λέσχης Ελλάς (1862-1863). Παράλληλα σημειώθηκε πλούσια εκδοτική κίνηση με τη λειτουργία τυπογραφείων, την έκδοση βιβλίων και την κυκλοφορία τοπικών εφημερίδων. Η Ερμούπολη αποτέλεσε κοιτίδα του νεοελληνικού διαφωτισμού, καθώς ανάμεσα στο προσφυγικό στοιχείο της νέας πόλης και κυρίως στους Χιώτες αντιπροσωπεύονταν οι προοδευτικότερες τάσεις του νεοελληνικού διαφωτισμού. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι το πρώτο φιλολογικό μνημόσυνο του Αδαμάντιου Κοραή γίνεται στη Σύρο το 1833.

Προοδευτικά πνεύματα της εποχής όπως ο Ανδριώτης Θεόφιλος Καϊρης και η αδελφή του Ευανθία, από τις πρώτες λόγιες γυναίκες του νέου ελληνισμού, βρέθηκαν για μεγάλα διαστήματα στη Σύρο. Η τελευταία συνέγραψε εκεί το έργο «Νικήρατος», που ανέβηκε στο θέατρο της Σύρου από το θίασο Μαντζουράνη. Αυτή ήταν ενδεχομένως η πρώτη θεατρική παράσταση στην επαναστατημένη ελεύθερη Ελλάδα. Στη Σύρο δρουν σημαντικά ονόματα του νεοελληνικού διαφωτισμού, όπως ο Άνθιμος Γαζής, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Γεώργιος Κλεόβουλος, ο εισηγητής της αλληλοδιδακτικής μεθόδου στην Ελλάδα, που ίδρυσε στην Ερμούπολη το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο. Αρκετοί εκπρόσωποι του Ρομαντισμού, της Νέας Αθηναϊκής Σχολής και της νεότερης λογοτεχνίας της γενιάς του Μεσοπολέμου είχαν δεσμούς με τις Κυκλάδες, κυρίως με τη Σύρο. Σε αυτούς ανήκει ο Δημήτριος Βικέλας (1835-1908), συγγραφέας ενός από τα πιο σημαντικά ελληνικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, του «Λουκή Λάρα», πρωτοστάτης για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 στην Ελλάδα και ιδρυτής του «Σύλλογου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων». Σύγχρονος του Βικέλα και συμμαθητής του στο ιστορικό 1ο Γυμνάσιο Σύρου ήταν ο συγγραφέας του σατιρικού ιστορικού μυθιστορήματος «Πάπισσας Ιωάννας» Εμμανουήλ Ροϊδης, ένα από τα πιο φωτεινά και κριτικά πνεύματα του β΄ μισού του 19ου αιώνα στην Ελλάδα. Ο ποιητής Ιωάννης Γρυπάρης (1870-1942), σημαντικός εκπρόσωπος του παρνασσισμού και του συμβολισμού στην Ελλάδα και μεταφραστής των αρχαίων τραγικών, καταγόταν από τη Σίφνο και έδρασε ως επιθεωρητής της Μέσης Εκπαίδευσης στη Σύρο. Ο κριτικός, δημοσιογράφος και λογοτέχνης Κωστής Μπαστιάς, γενικός διευθυντής από το 1937 του «Βασιλικού Θεάτρου», προδρόμου του Εθνικού Θεάτρου, και ιδρυτής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου.

Από τη Σύρο καταγόταν και η συγγραφέας και ποιήτρια Ρίτα Μπούμη- Παππά. Το 1930 ίδρυσε το περιοδικό «Κυκλάδες», που στα δύο χρόνια ζωής του συγκέντρωσε στις σελίδες του μερικά από τα πιο σημαντικά ονόματα του εποχής. Στα 1956 εξέδωσε τη μηνιαία «Εφημερίδα Ποιητών», περιοδικό που για πρώτη φορά στην Ελλάδα παρουσίαζε κείμενα και στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες, με συνεργάτες κορυφαίους νέους ποιητές και νεοελληνιστές.

Στη Σύρο πέρασε κάποια από τα παιδικά του χρόνια και ο εισηγητής και κύριος εκπρόσωπος της υπερρεαλιστικής ποίησης στην Ελλάδα Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975), γόνος οικογένειας εμπόρων και εφοπλιστών με βάση τη Ρουμανία. Ανάμεσα στα ονόματα που θητεύουν κατά το Μεσοπόλεμο σε αισθητικά ρεύματα όπως ο Καρυωτακισμός και ο Μποεμισμός ξεχωρίζουν ο Γιώργος Κυπραίος (1908-1968) και η Κατίνα Σιδέρη-Μπάϊλα (1906-1950). Συριανή στην καταγωγή ήταν και η Άννα Σικελιανού, η δεύτερη σύζυγος του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, που καθιερώθηκε στο λογοτεχνικό χώρο μέσω των υποδειγματικών της μεταφράσεων. Ο Συριανή ποιητική δημιουργία συνεχίζεται ως τις μέρες μας με τη νεότερη μεταπολεμική γενιά. Ανάμεσά τους ο ποιητής και συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου. Στους νέους δημιουργούς ανήκει η ποιήτρια και πεζογράφος Λουκρητία Δούναβη, που με ευαισθησία αποτύπωσε τη ζωή της Άνω Σύρας στη δεκαετία του 1950.

ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ίχνη του λαϊκού πολιτισμού της Σύρου επιβιώνουν σήμερα στα χωριά στις καθολικές γιορτές των Αγίων Αναργύρων (Απάνω Μεριά) και της Φανερωμένης (Σεπτέμβριο), στα χοιροσφάγια και στην αναβίωση του Καρναβαλιού στην Άνω Σύρο. Τα χοιροσφάγια, έθιμο με πολύ παλιές καταβολές, γίνονται ακόμα στα αγροτικά χωριά (Πάγος, Δανακός, Αγρός, Βήσσας, Άδειατα) και συνοδεύονται από γλέντι. Περιλαμβάνουν τη σφαγή, τον τεμαχισμό του χοίρου και την παρασκευή ποικίλων παραγώγων του (λουκάνικο, λούζα, γλύνα, πηχτή κλπ.) για τη συντήρηση της οικογένειας κατά το χειμώνα.

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Η Σύρος με τη μικτή θρησκευτική κοινωνία, παρουσιάζει έναν πλουσιότατο εορταστικό κύκλο, όπου περιλαμβάνονται πολλά τοπικά πανηγύρια και εκδηλώσεις. Το καλοκαίρι πραγματοποιούνται πολυάριθμες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Μερικές από αυτές είναι: Τα "Ερμουπόλεια", στην Ερμούπολη Τα "Απανωσύρια", στην Άνω Σύρο Οι "Μουσικές Διαδρομές στο δρόμο του Μάρκου", στο Κίνι και στο Γαλησσά. Το "μάζεμα της τράτας" στην Ποσειδωνία τον Ιούλιο, όπου ακολουθείται από παραδοσιακό γλέντι στην παραλία των Αγκαθωπών. Οι "Αυγουστιάτικες Μέρες" στη Βάρη το Δεκαπενταύγουστο, όπου γίνεται αναβίωση παλιών εθίμων και επαγγελμάτων, καθώς και κατασκευές στην άμμο και ενετική βραδιά. Μια ξεχωριστή εμπειρία τέλος, είναι το καρναβάλι της Άνω Σύρου, την Κυριακή της Τυρινής.

ΤΟΠΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Η Σύρος είναι γνωστή για τα κτηνοτροφικά της προϊόντα. Το πλέον ονομαστό συριανό τυρί είναι το «Σαν Μιχάλη». Είναι σκληρό, υποκίτρινο τυρί και παράγεται αποκλειστικά στη Σύρο από συνεταιριστικό εργοστάσιο γάλακτος. Έχει για βάση του το παστεριωμένο αγελαδινό γάλα. Από το 1996 έχει επίσημα αναγνωριστεί ως προϊόν ονομασίας προέλευσης.

(Πηγή: www.golden-greece.gr)
Επίσης στη Σύρο παράγεται εξαιρετική «Κοπανιστή», που γίνεται από νωπό γάλα (αγελαδινό κατά βάση ή μείγμα με πρόβιο ή κατσικίσιο) που δεν έχει υποστεί θερμική επεξεργασία. Ακόμη, η Σύρος παράγει τα φημισμένα «σκορδολουκάνικα». Όμως, πέραν όλων των άλλων, η Σύρος είναι πασίγνωστη για τα γλυκά της: τις χαλβαδόπιτες (που φτιάχνονται από με θυμαρίσιο συριανό μέλι και φρεσκοψημμένα αμύγδαλα) και τα ξακουστά λουκούμια της. Ειδικά τα λουκούμια έχουν μια ιστορία σχεδόν 170 χρόνων, μια και έφεραν τη συνταγή οι Χιώτες, όταν ήρθαν στη Σύρο το 1822, μετά τη δραματική καταστροφή του νησιού τους. Τα πρώτα λουκούμια παρασκευάστηκαν το 1832 και η πρώτη λουκουμοποιία, έτος ίδρυσης 1837, του Σταματελάκη. Περίφημα ήταν τα ραχάτ μαστίχας και ροδοζάχαρης με αμύγδαλο. Το μυστικό της νοστιμιάς τους είναι το υφάλμυρο νερό των πηγών του νησιού καθώς επίσης και το «ξινό», δηλαδή το κιτρικό οξύ σε μορφή κρυσταλλική που προστίθεται στην αρχή της διαδικασίας παρασκευής τους και τους προσδίδει ρευστότητα και ελαστικότητα, δηλαδή τα κάνει όσο πρέπει μαλακά.  είναι τάφοι, ειδώλια, αγγεία και σκεύη που τώρα βρίσκονται μοιρασμένα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Γουλανδρή και στο Τοπικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Σύρου.
Στη Σύρο γεννήθηκε ο αρχαϊκός φιλόσοφος, φυσικός και αστρονόμος Φερεκύδης, στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Την περίοδο εκείνη, υπήρχαν δύο πόλεις στη Σύρο. Μία στην σημερινή Ερμούπολη και ειδικότερα στην περιοχή Πευκάκια-Ψαριανά και η άλλη στο Γαλησσά. Αργότερα, τον 5ο με 4ο αιώνα π.Χ., η Σύρος είναι μέλος της Αθηναϊκής συμμαχίας, ενώ μετά από μία περίοδο αναταραχών κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., το νησί ακμάζει και πάλι κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. Τον επόμενο αιώνα γίνεται σημαντικός ακτοπλοϊκός κόμβος. Για τους επόμενους αιώνες, το νησί αποτελεί μόνιμο στόχο των πειρατών και μειώνεται σημαντικά ο πληθυσμός του. Κατά τον 8ο μ.Χ. αιώνα, αρχίζει η οικοδόμηση του οικισμού της Άνω Σύρου. Το 1207 καταλήφθηκε από τους Ενετούς και στα 360 χρόνια της Φραγκικής κατοχής, οι ντόπιοι προσηλυτίσθηκαν στο καθολικό δόγμα. Το 1566 κατελήφθη από τους Τούρκους, αλλά καΘ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας βρισκόταν υπό την προστασία του Πάπα και της Γαλλίας. Το 1617 όμως, ο Τουρκικός στόλος καταστρέφει το νησί. Κατά τον 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, ο πληθυσμός ήταν περίπου 2500 Καθολικοί και 150-200 Ορθόδοξοι.
Μεγάλη εμπορική, βιομηχανική και πολιτιστική ανάπτυξη γνώρισε η Σύρος κατά τον 19ο αιώνα και ειδικότερα η Ερμούπολη, που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες Χιώτες, Σμυρνιούς, Ψαριανούς, Κάσιους και Κρήτες. Η Καθολική επιρροή περιορίζεται και η Σύρος ενισχύει οικονομικά τον αγώνα της Επανάστασης. Στα μέσα του αιώνα, ήδη βρίσκεται στο απόγειο της οικονομικής και πολιτιστικής της ακμής, που κρατάει μέχρι τα τέλη του.
Η Κατοχή, ο λιμός του 1941 και οι βομβαρδισμοί, καταστρέφουν την κοινωνικο-οικονομική ζωή του νησιού. Η προσπάθεια ανασυγκρότησης, για μία ακόμα φορά στην μακραίωνη ιστορία της Σύρου, αρχίζει με την απελευθέρωση.

Η Γυάρος (ή αλλιώς τα Γιούρα) έχει έκταση 17 τετραγωνικά χιλιόμετρα και βρίσκεται στις Βόρειες Κυκλάδες, βόρειο-δυτικά της Σύρου από την οποία απέχει 9 ναυτικά μίλια. Αν και στο μυαλό όλων είναι το έρημο νησί της εξορίας, στην αρχαιότητα ήταν κατοικημένη και λειτουργούσε σαν πόλη-κράτος κόβοντας ακόμα και δικά της νομίσματα.
Σύμφωνα με τον Όμηρο ήταν ο τόπος που ο Ποσειδώνας βούλιαξε τον Αίαντα με την τρίαινά του τιμωρώντας τον έτσι για την ασέβεια που έδειξε στους θεούς. Η ιστορία του νησιού είναι «σκοτεινή» και η σύνδεση με την εξορία ξεκινάει από τους Ρωμαϊκούς και Βυζαντινούς χρόνους.
Στη διάρκεια και αμέσως μετά τον Εμφύλιο η Γυάρος μετατράπηκε σε φυλακή και τα μοναδικά κτίρια που θα δει σήμερα κάποιος πάνω στο νησί, χτίστηκαν από τους ίδιους τους κρατούμενους οι οποίοι ξεπέρασαν τους 7.000. Κατά την περίοδο της δικτατορίας  χρησιμοποιείται ξανά ως τόπος εκτόπισης πολιτικών κρατουμένων. Με τη μεταπολίτευση και μέχρι το 2002 λειτούργησε σαν πεδίο βολής για το ναυτικό και από τότε παραμένει ακατοίκητη με μόνους επισκέπτες ψαράδες και κυνηγούς.
Χαρακτηρίστηκε ιστορικός τόπος το 2001 από το Υπουργείο Πολιτισμού. Όσο μοναδική είναι η ιστορία της, άλλο τόσο σπάνιο είναι το φυσικό της περιβάλλον. Το 2011 εντάχθηκε στο Δίκτυο Natura 2000 η βλάστησή της αποτελείται από φρύγανα και χαμηλή ή ψηλή βλάστηση του είδους Juniperus spp, ενώ είναι σημαντικό ενδιαίτημα για μεταναστευτικά πουλιά, φιλοξενώντας 170 ζευγάρια γερακιού Ελεονόρας (Falco eleonorae) και αετούς Hierraetus fasciatos.
Μαζί με τη μια πηγή γλυκού νερού που υπάρχει στο νησί θα βρει κανείς και το  είδος φιδιού Hierophis viridiflavus. Η Γυάρος είναι γεμάτη με απόκρηµνες βραχώδεις ακτές και αμμώδεις παραλίες που φιλοξενούν αμμοφυλικές κοινότητες και οι δεκάδες θαλάσσιες σπηλιές της χρησιμοποιούνται από τη Μεσογειακή φώκια για αναπαραγωγή.
Το νησί που στιγματίστηκε σαν τόπος εξορίας, έχει γίνει σήμερα τόπος ζωής για κάποια από τα σπανιότερα θαλάσσια θηλαστικά της Μεσογείου. Η προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας της ευρύτερης περιοχής της Γυάρου αποτελεί τον βασικό μας στόχο!
Στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, η Γυάρος συνδέθηκε με εποχές πολιτικής καταπίεσης. Το 1947 κατασκευάστηκε και η φυλακή της Γυάρου, η οποία με υπουργική απόφαση του 2001 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο. Το 1947 ξεκίνησαν οι πρώτες οικοδομικές εργασίες στο νησί που περιλάμβαναν εκβραχισμούς και διαμορφώσεις του εδάφους, διάνοιξη δρόμων, κτίσιμο ειδικών κτιρίων φυλακών, αποθηκών, κατοικιών φυλάκων, πυροβολείων, κ.α. Σε πέντε όρμους του νησιού δημιουργήθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στον πρώτο όρμο το 1950 βρισκόταν 5.500 κρατούμενοι, στον δεύτερο 1.500, στον τρίτο 990, στον τέταρτο 2.000 και στον πέμπτο 300 κρατούμενοι. Εκτός από τους πολιτικούς κρατούμενους, πολιτικοί και θρησκευτικοί κρατούμενοι εξέτισαν ποινές εξορίας στη φυλακή της Γυάρου ως αντιρρησίες συνείδησης. Η χρήση του ως τόπου εξορίας και φυλάκισης έγινε κυρίως στα διαστήματα 1947-1952, 1955-1961 και  1967-1974.
Την περίοδο 1947-1952 πέρασαν από τη Γυάρο, έναν από τους χειρότερους τόπους εξορίας, συνολικά 14.500 πολίτες καταδικασμένοι από Έκτακτα Στρατοδικεία. Οι κρατούμενοι αυτοί άρχισαν να κτίζουν με καταναγκαστική εργασία τα κτήρια των φυλακών.  Η Γυάρος παρέμεινε τόπος περιορισμού των πολιτικών κρατουμένων μέχρι το 1961. Στη συνέχεια τα κτίρια παραδόθηκαν στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού για να τα χρησιμοποιήσει σαν αποθήκες. Τότε η περιοχή  γύρω από το νησί χαρακτηρίστηκε απαγορευμένη.
(Πηγή: www.alfavita.gr, cycladeslife.gr)

Η Κέα ανήκει διοικητικά στο νομό Κυκλάδων και αποτελούν μαζί με την Κύθνο και τη Μακρόνησο την Επαρχεία Κέας. Βρίσκεται πολύ κοντά στην Αθήνα αφού απέχει μόλις μία ώρα με το καράβι από το Λαύριο. Έχει έκταση 132τ.χλμ. και το ανάγλυφο της είναι αρκετά έντονο. Στη ΒΔ πλευρά βρίσκεται το λιμάνι της Κορησσίας (κόλπος Αγίου Νικολάου), το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά προστατευμένα λιμάνια της Μεσογείου.
Οφείλει το σημερινό της όνομα στον Κέω από την Ναύπακτο, ήρωα που κατέλαβε το νησί. Στις πηγές και τη βιβλιογραφία αναφέρεται και ως Υδρούσα, Κέως, Κεία, Cia, Cea. Όμως, εξαιτίας τοπικής διαλέκτου, έχει πλέον επικρατήσει να λέγεται Τζιά.
Φτάνοντας στο νησί μην πιστέψετε πως πρόκειται για έναν τόπο άγονο. Στο εσωτερικό της Τζιάς θα εντυπωσιαστείτε από την πλούσια χλωρίδα, τα σπάνια είδη φυτών και τις αμέτρητες καλλιέργειες. Τα δάση βασιλικής βελανιδιάς, που είναι μοναδικά στις Κυκλάδες, δημιουργούν ένα αξέχαστο τοπίο. Επίσης στο νησί ευδοκιμούν πολλά βότανα, αρωματικά φυτά και όμορφα αγριολούλουδα. Ακόμα και στο βυθό μπορεί να θαυμάσει κανείς την πλούσια βλάστηση. Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού ανήκει στο δίκτυο Natura 2000.
Η Κέα παρουσιάζει, επίσης, αξιόλογη πανίδα και φιλοξενεί πλήθος άγριων ζώων. Πολλά είδη τρωκτικών, ερπετών και πτηνών βρίσκουν στο νησί ιδανικό καταφύγιο.
Η Τζιά διαθέτει ακόμα αρχιτεκτονικό πλούτο καθώς υπάρχουν διάσπαρτες στο νησί αμέτρητες παραδοσιακές αγροτικές κατοικίες, οι καθηκιές. Αν έχετε την ευκαιρία, φιλοξενηθείτε σε μια από αυτές και ζήστε μια μαγική εμπειρία μέσα στη σοφία των παραδοσιακών τεχνικών, υλικών και χρωμάτων. Στην Ιουλίδα, την πρωτεύουσα του νησιού, μην παραλείψετε να περπατήσετε μέσα στα στεγάδια και να χαθείτε στα στενά πανέμορφα σοκάκια.
(Πηγή:http://kea-tzia.gr)

Nησί βορειοδυτικά της Κέας, η Μακρόνησος (περίπου 18,5 τ.χλμ) με το χαρακτηριστικό επίμηκες σχήμα της εκτείνεται κατά μήκος των νοτιοανατολικών ακτών της Αττικής. Το νησί ονομαζόταν στην αρχαιότητα Ελένη, διότι σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση εδώ αποβιβάστηκε η Ελένη είτε πηγαίνοντας στην Τροία με τον Πάρη είτε επιστρέφοντας από εκεί με το Μενέλαο. Στη Μακρόνησο έχει εντοπιστεί εγκατάσταση της Νεολιθικής Περιόδου (5η χιλιετία π.Χ.). Κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο το νησί χρησιμοποιήθηκε ως στρατόπεδο τούρκων αιχμαλώτων. Η Μακρόνησος αποτέλεσε τόπο εξορίας πολιτών και περιορισμού στρατιωτών από το 1947 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Σήμερα είναι τόπος ιστορικής μνήμης και δέχεται μόνο επισκέπτες με εκδρομικά σκάφη. Ψηλότερη κορυφή του νησιού είναι η Τρυπητή, 280 μ.
(Πηγή: www.diakopes.gr)

Η Άνδρος είναι το βορειότερο νησί των Κυκλάδων και δεύτερο σε έκταση μετά την Νάξο.
Έχει έκταση 374 τετραγωνικών χιλιομέτρων και σχήμα επίμηκες με διεύθυνση Β-ΒΔ προς Ν-ΝΑ. Ψηλότερα βουνά της είναι το Πέταλο και η Κουβάρα (μέγιστο υψόμετρο 997 μ., κορυφή Προφήτης Ηλίας).
Οι ντόπιοι συχνά αποκαλούν το νησί «βράχο», εξαιτίας τόσο του βραχώδους των ακτών, όσο και των βραχονησίδων που περιβάλλουν την Άνδρο. Ενδεικτικά αναφέρονται τα Γαυριονήσια, που βρίσκονται στη δυτική πλευρά του νησιού, έξω από το λιμάνι του Γαυρίου και έχουν τα ακόλουθα ονόματα: Αλαδονήσι, Πρασονήσι, Λαγονήσι και Μεγάλο Νησί. Στην ανατολική πλευρά, βορειότερα της Χώρας, βρίσκεται η βραχονησίδα Θεοτόκος.
Η σύσταση του υπεδάφους, σχεδόν αποκλειστικά από κρυσταλλικό σχιστόλιθο, «ευλογεί» το νησί με ποτάμια, χειμάρρους, ρέματα και πολλές πηγές έτσι ώστε οι δρύδες (βελανιδιές), τα αιωνόβια πλατάνια, οι ελιές, τα κυπαρίσσια, οι καρυδιές και οι λεμονιές να μην αποτελούν έκπληξη για τον περιηγητή, τουλάχιστον στη Ν-ΝΑ πλευρά. Στα νερά και στην πλούσια βλάστησή της οφείλει η Άνδρος και τις αρχαίες προσωνυμίες της: Υδρούσα, Λασία, Νωναγρία και Επαγρίς. Γνωστότερες πηγές της είναι οι Σάριζα και Λεζίνα, που έχουν ιαματικές ιδιότητες. Άλλες είναι το Ζένιο στην Κουβάρα, η Κούμουλος στις Μένητες, το Μελίτι και το Μετόχι στις Στραπουργιές, η Άβυσσος στα Λιβάδια και η Ακοή και η Λειβάδα στα Λάμυρα. Στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού η βλάστηση είναι θαμνώδης και φιλοξενεί πλήθος εντόμων, ερπετών, μικρών θηλαστικών. Επίσης, μεγάλη ποικιλία από πουλιά, μεταξύ των οποίων πέρδικες, γεράκια αλλά και κάποια σπάνια είδη αρπακτικών, όπως ο σπιζαετός.
Στις απόκρημνες ακτές του νησιού πετούν αγριοπερίστερα και πετροχελίδονα, ενώ σε κάποιες συχνάζει και η μεσογειακή φώκια. Χαρακτηριστικό της διαμόρφωσης του εδάφους του νησιού είναι οι «αιμασιές», όπως αποκαλούνται τοπικά. Πρόκειται για αναχώματα που συγκρατούνται από πέτρινους τοίχους (τις περίφημες ξερολιθιές), τα οποία χρησιμοποιούνται για το σχηματισμό επίπεδων καλλιεργήσιμων επιφανειών.
Το νησί έχει τρία λιμάνια. Δύο στην δυτική πλευρά και ένα στην ανατολική. Το κύριο λιμάνι είναι το Γαύριο, με τακτική συγκοινωνία από τη Ραφήνα, ενώ στο Μπατσί, που βρίσκεται σε απόσταση πολύ λίγων χιιομέτρων, φθάνουν κυρίως ιδιωτικά σκάφη. Το λιμάνι της Χώρας χρησιμοποιείται περισσότερο ως μαρίνα ιδιωτικών σκαφών και αλιευτικών.

Ιστορικά στοιχεία
Το όνομα του νησιού, κατά την επικρατέστερη άποψη του Διόδωρου του Σικελιώτη, προέρχεται από τον στρατηγό Άνδρο, του Ραδάμανθυ, βασιλιά της Κρήτης. Κάτι που αποδεικνύει ότι η Ανδρος διετέλεσε υπό Κρητική κυριαρχία, όπως και τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου. Λόγω της θέσης της, η Άνδρος υπήρξε στρατηγικό σημείο σχεδόν σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Πρόσφατες ανασκαφές, στο ακρωτήριο Στρόφιλα, αποκάλυψαν προϊστορικό οικισμό που ανήκει στην τελική Νεολιθική Περίοδο (4.500 – 3.200 π.Χ), με πλήθος βραχογραφιών. Ο οικισμός έχει χαρακτηρισθεί ως ο σημαντικότερος αυτής της περιόδου και ο καλύτερα διατηρημένος στο Αιγαίο (διαβάστε περισσότερα στην ενότητα «Αξιοθέατα»).
Λίγο νοτιότερα έχει αποκαλυφθεί ένας από τους καλύτερα σωζόμενους, στην Ελλάδα, οικισμούς της Γεωμετρικής περιόδου (900-700 π.Χ.), ο οικισμός της Ζαγοράς. Ευρήματα από την εποχή του χαλκού (200 π.Χ), υπάρχουν στην περιοχή της Πλάκας (νοτιότερα της Ζαγοράς), καθώς και στην Υψηλή, που είναι επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος.
Πρωτεύουσα της Άνδρου κατά τους Κλασικούς χρόνους ήταν η Παλαιόπολη. Πιστεύεται ότι γύρω της υπήρχαν πενήντα περίπου οικισμοί, ενώ την ευημερία της περιόδου αυτής μαρτυρά και η πλούσια νομισματοκοπία. Σχετικά ευρήματα, μαζί με τον Ερμή της Ανδρου, όπως και ευρήματα από τη Ζαγορά, φιλοξενούνται στο Αρχαιολογικό Μουσείο στην Χώρα.
Τον 7ο π.Χ αιώνα, η Άνδρος ιδρύει τρεις αποικίες στη Χαλκιδική: Την Άκανθο, τη Σάνη και τα Στάγειρα, γενέτειρα του μεγάλου αρχαίου Έλληνα φιλόσοφου, Αριστοτέλη.
Από τον 11ο και 12ο αιώνα, η Άνδρος γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη. Γίνεται γνωστή σε όλο τον κόσμο, χάρη στα προϊόντα μεταξουργίας αλλά και την εμπορική ναυτιλία που αναπτύσσεται. Η περίοδος ευημερίας έχει δώσει θαυμάσια δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, όπως είναι οι εκκλησίες των Ταξιαρχών στη Μεσαριά, τη Μελίδα και το Υψηλού και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο Μεσαθούρι. Την ίδια εποχή –και λίγο αργότερα- κατασκευάζονται τα μοναστήρια της Ζωοδόχου Πηγής, του Αγίου Νικολάου, της Μονής Παναχράντου.
Στην Αγία Τριάδα, στο Κόρθι, στεγαζόταν από το 1813 το μοναδικό ίσως προεπαναστατικό σχολείο της Άνδρου που ιδρύθηκε από τον Σαμουήλ Πλασίμη. Δίπλα στην Αγία Τριάδα υπάρχει κτίσμα το οποίο φιλοξενούσε τους δασκάλους και σημαντική βιβλιοθήκη. Επί Τουρκοκρατίας «γεννιέται» η λαϊκή ρήση «Αν σ'αρέσει μπάρμπα-Λάμπρο ξαναπέρνα από την Ανδρο» . Στις 10 Μαϊου 1821 ο Θεόφιλος Καΐρης σηκώνει το λάβαρο της επαναστάσεως.
Στους νεώτερους χρόνους η Ανδρος, παρά τα πισωγυρίσματα του Α' και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, θα βρεθεί στην κορυφή της εμπορικής ναυτιλίας και της οικονομικής ευημερίας. Το 1939 ήταν δεύτερη, μετά τον Πειραιά, σε αριθμό νηολογήσεως πλοίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ανδριώτης εφοπλιστής Δημήτρης Μωραΐτης εγκαινίασε τη γραμμή Ελλάδας - Βορείου Αμερικής στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος προκάλεσε σημαντικές απώλειες σε ζωές και πλοία, στο νησί. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 άρχισε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα τόσο προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά, όσο και προς το εξωτερικό (Αμερική, κυρίως), που συρρίκνωσε δημογραφικά το νησί. Κατά τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες το νησί άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται, με άξονα κυρίως τον τουρισμό, καθώς είναι μοναδικό σε φυσικές ομορφιές, με σπουδαίο πολιτισμό, και μεγάλο πλεονέκτημα το γεγονός ότι είναι το κοντινότερο στην Αττική νησί των Κυκλάδων.
(Πηγή: andros.gr)

«Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε ότι, αν υπάρχει Παράδεισος, βρίσκεται σε κάποιο νησί του Αιγαίου». Με αυτό το σλόγκαν πήγαν οι Νιώτες σε μια μεγάλη τουριστική έκθεση στη Μόσχα για να προσελκύσουν το διεθνές κοινό. Είχαν δίκιο; Οχι! Η Ιος δεν είναι ένας «επίγειος παράδεισος», δεν έχει φυλλώδη βλάστηση ούτε ησυχία. Είναι νησί φλογερό και αντιφατικό. Ξεχειλίζει από ξενοδοχεία, εστιατόρια και μπαρ, έχει κόσμο, δυνατή μουσική, αλλά, αν ψάξει κανείς, θα ανακαλύψει την ηρεμία στο πέτρινο μονοπάτι που οδηγεί στο Παλιόκαστρο, απ’ όπου μπορεί να ατενίσει μια θάλασσα σαν μετάξι. Είναι μέρος φημισμένο για τον πρωτοκυκλαδικό οικισμό του Σκάρκου, που όταν τον κοιτάς από ψηλά μοιάζει με γιγάντιο σαλιγκάρι, για τις 365 εκκλησίες (μία για κάθε ημέρα του χρόνου), αλλά περισσότερο για τα... «365 μπαρ», όπως λένε χαριτολογώντας οι ντόπιοι. Είναι το κυκλαδονήσι ανάμεσα στη Σίκινο, την Ηρακλειά, την Πάρο και τη Σαντορίνη, που καμαρώνει για την Παναγία Γκρεμιώτισσα και διεκδικεί τα σκήπτρα ταφής του Ομήρου (υπάρχει τύμβος στο βόρειο κομμάτι του νησιού). Αλλά για να θέλξει τους τουρίστες, δεν προβάλλει τόσο το παρελθόν, όσο... τα πάρτι.
Στις αρχές Μαΐου, δροσερή και ανθισμένη, με παραλίες απλές, ξανθοκίτρινες, γυμνές, με κόσμο αλλά χωρίς κοσμοπλημμύρα, η Ιος σε ωθεί να την ψηλαφήσεις. Να σταθείς ψηλά, να κοιτάξεις τις αγκαλιές της θάλασσας προσπαθώντας να αποτυπώσεις τη γεωγραφία τους - που είναι «η Ψιλή Aμμος, η Μικρή, η Χαλικουριά ή αλλιώς Δέσιμο, ο Aγιος Νικόλαος». Να διαβάσεις για το ρωμαϊκό υδραγωγείο και το Μουσείο Γαΐτη, να ανεβείς στο υπαίθριο θέατρο του Οδυσσέα Ελύτη (υπέροχο αλλά, ελλείψει πόρων, ελάχιστα αξιοποιήσιμο), να βρέξεις τα πόδια σου στην Κουμπάρα και τελικά να κάνεις ολόκληρη βουτιά στην παραλία του Μυλοπότα. Να πιεις ντάκιρι φράουλα υπό το φως του ήλιου, το βράδυ να ξεχυθείς στα στενά της Χώρας μέχρι τα ξημερώματα, χαμένος στην πολύχρωμη βαβούρα από μουσικές, φωτεινές επιγραφές και Αυστραλούς τουρίστες.
Η Ιος προσδιορίζεται ως το νησί του «αέναου πάρτι». Ας αφήσει λίγο χώρο στην ανιδιοτέλεια και την αθωότητα, αφού, ως γνωστόν, τα καλύτερα πάρτι είναι τα εφηβικά.
(Πηγή:www.kathimerini.gr)

Η Νάξος είναι το μεγαλύτερο νησί στις Κυκλάδες και δεσπόζει με τους ορεινούς της όγκους στο κέντρο της.  Ξεχώριζε πάντα μέσα στην ιστορική της διαδρομή για τον πολιτισμό της αλλά και για τα προιόντα της. Υπήρξε σπουδαίο κέντρο στο Αιγαίο από τα προιστορικά χρόνια και θα ανιχνεύσετε το μεγαλείο της στα αρχαία λατομεία μαρμάρου με τους μισοτελειωμένους Κούρους ή στα ορυχεία της περίφημης Σμύριδας, το Σμυρίγλι της Νάξου.
Το μνημείο όμως που κάνει εντύπωση στον επισκέπτη και θεωρείται το «έμβλημα» του νησιού, είναι η Πορτάρα, στο νησάκι του Βάκχου, στην άκρη του λιμανιού. «Πορτάρα» τη λένε από παλιά οι ντόπιοι, για το μεγάλο της μέγεθος. Αυτό το μνημείο που ξέχασε εδώ ο χρόνος, είναι η γιγαντιαία, μαρμάρινη πύλη ναού, αφιερωμένου στον Απόλλωνα. Ο ναός κτίστηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα, την εποχή του τύραννου Λύγδαμι, όταν η Νάξος ήταν μεγάλο ναυτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Σήμερα το νησάκι που την φιλοξενεί λέγεται «Παλάτια». Οι χριστιανοί έκτισαν εκκλησία πάνω στα ερείπια του αρχαίου ναού, κατά τη συνήθεια της εποχής, ενώ γύρω από την εκκλησία αναπτύχθηκε ένας σημαντικός οικισμός. Την περίοδο της ενετοκρατίας πολλά κομμάτια του ναού χρησιμοποιήθηκαν για το κτίσιμο του Κάστρου. 
Εδώ, σύμφωνα με την παράδοση, κάτω από τα «Παλάτια», ο Θησέας εγκατέλειψε την Αριάδνη και από εδώ την απήγαγε ο Διόνυσος με την ακολουθία του. Στον χώρο αυτό σύμφωνα με την παράδοση γιορτάστηκαν τα πρώτα «Διονύσια». Ο μύθος της αρπαγής της Αριάδνης από τον Διόνυσο στην ακρογιαλιά των «Παλατιών» ενέπνευσε μουσικούς, γλύπτες και ζωγράφους που με τα έργα τους, έκαναν γνωστή τη Νάξο σε όλο τον κόσμο.
Η θέα ενός ηλιοβασιλέματος από την Πορτάρα αποτελεί ανεπανάληπτη εμπειρία!
(Πηγή:www.naxosisland.eu και www.naxosislandinfo.gr)