Στην Ελλάδα, το πρώτο ελληνικό καφενείο άνοιξε στο Ναύπλιο μόλις απελευθερώθηκε η πόλη. Στην Αθήνα, πολύ πριν η πόλη ανακηρυχθεί πρωτεύουσα του νέου κράτους, το πρώτο καφενείο ίδρυσε ένας Βαυαρός, το ονομαστό «Πράσινο Δενδρί» στην Ιερά Οδό. Μετά την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα, άνοιξε και το περίφημο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς», στη συμβολή των οδών Ερμού και Αιόλου, το οποίο έγινε σημείο συγκέντρωσης όλων των διάσημων προσωπικοτήτων του καιρού.

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, γύρω στο 1910, τα τρία αδέλφια της οικογένειας Λουμίδη, ο Αντώνιος, ο Νίκος και ο Ιάσων, εργάζονταν σ’ ένα από τα καφεκοπτεία της εποχής. Τα καφεκοπτεία τότε χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή του καφέ έναν πέτρινο μύλο, ένα κλειστό χειροκίνητο καβουρντιστήρι 10-20 οκάδων, και για καύσιμη ύλη ξύλα ή κάρβουνα. Η διαδικασία παρασκευής του καφέ ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και η παραγωγή της επιθυμητής ποιότητας ήταν πραγματικό κατόρθωμα: ο καφές έπρεπε να καβουρδιστεί ομοιόμορφα, να έχει σταθερό χρώμα και να μη χάσει στο ψήσιμο κανένα από τα πολύτιμα συστατικά του.

Μέσα σ’ εκείνο το «πρωτόγονο» καφεκοπτείο απέκτησαν οι αδελφοί Λουμίδη την πολύτιμη πείρα, που αποτέλεσε το σημαντικότερο εφόδιό τους στην κατοπινή πορεία τους στον κόσμο του καφέ. Το 1919 αποφάσισαν να αξιοποιήσουν τις γνώσεις και την εμπειρία τους και άνοιξαν το πρώτο κατάστημά τους στον Πειραιά, στην οδό Ρετσίνα 12. Δούλευαν ασταμάτητα και συνεχώς ερευνούσαν τους διάφορους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να βελτιώνουν τα χαρμάνια τους. Σύντομα παρουσίασαν τον περίφημο «Έτοιμο Καφέ Λουμίδη», που γρήγορα κατέκτησε τον Πειραιά. Πράγμα καθόλου εύκολο, αν σκεφτεί κανείς ότι την εποχή εκείνη ο κόσμος αντιμετώπιζε με δυσπιστία τα έτοιμα παρασκευάσματα.

Νοικοκυρές και καφετζήδες δεν είχαν καμία εμπιστοσύνη στην ποιότητα και την «αγνότητά» τους, γι’ αυτό και επιστράτευαν τηγάνια, κατσαρόλες και το «γύφτικο μυλαράκι» για να καβουρδίζουν μόνοι τον καφέ τους. Για τον περισσότερο κόσμο η φασαρία αυτής της τακτικής άξιζε τον κόπο, καθώς τους αποζημίωνε, με το παραπάνω, με ένα φλιτζάνι καλό καφέ. Όταν, όμως, δοκίμασαν τον «Έτοιμο Καφέ Λουμίδη», τον έβαλαν χωρίς κανένα δισταγμό στις κουζίνες των σπιτιών και των καφενείων τους.

To 1923, τα τρία αδέλφια άνοιξαν ένα νέο κατάστημα, πάλι στον Πειραιά, στην οδό Τσαμαδού 5. Γρήγορα η φήμη του καφέ τους απλώνεται και στην Αθήνα κι από εκεί σε ολόκληρη την Ελλάδα. Για να αντιμετωπίσουν την τεράστια ζήτηση, μελετούν, οργανώνουν και εξοπλίζονται για ένα βιομηχανικό μετασχηματισμό της επιχείρησής τους. Είναι μάλιστα οι πρώτοι που καθιερώνουν την άλεση του καφέ σε μικρούς πέτρινους μύλους. Το 1928 άνοιξε στην Αθήνα το κατάστημα των Χαυτείων, ακριβώς στη θέση που παλαιότερα βρισκόταν το ιστορικό καφενείο του Χαύτα, από τα πρώτα της Αθήνας, που έδωσε το όνομα του και στην περιοχή. Ακολούθησαν το κατάστημα της Θεσσαλονίκης και πρατήρια σε πολλές άλλες περιοχές της χώρας. Το 1961 ανεγέρθη το επιβλητικό μέγαρο της οδού Τσαμαδού 7, στο ισόγειο του οποίου ξεκίνησε να λειτουργεί το υπερσύγχρονο για την εποχή του κατάστημα του «Καφέ-Παπαγάλος».

Ήδη από το 1967, η «Λουμίδης» είχε συνειδητοποιήσει τη σημασία που έχει για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων ο σωστός προγραμματισμός και η οργάνωση, μέσω των σύγχρονων τεχνικών πωλήσεων και marketing, όρων αρκετά νέων για την εποχή. Είχε επισημάνει, επίσης, την ανάγκη προσαρμογής της νοοτροπίας των ελληνικών επιχειρήσεων στα ευρωπαϊκά πρότυπα, για να μπορέσουν να τις ανταγωνιστούν επιτυχώς μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το 1969 ο «Καφές Λουμίδη», με σήμα τον Παπαγάλο, έχει ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και εξάγεται προς πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία. Συμμετέχει σε διεθνείς εκθέσεις και βραβεύεται με πολυάριθμα μετάλλια και βραβεία.



Το 1974 αρχίζει να λειτουργεί το Εργοστάσιο Λουμίδη στην Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας, σχεδιασμένο από τεχνικούς του γερμανικού οίκου PROBAT, του μεγαλύτερου στον κόσμο κατασκευαστή μηχανημάτων καφέ. Μία νέα σελίδα στην ιστορία του διάσημου Παπαγάλου γράφεται τον Σεπτέμβριο του 1987, οπότε και υπογράφεται συμφωνητικό μεταξύ της Nestlé SA και των μετόχων της εταιρίας Λουμίδης Α.Ε. –Τρόφιμα-Ποτά για τη συμμετοχή της πρώτης στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της δεύτερης. Τον Νοέμβριο του 1991 η εξαγορά του «Λουμίδη» ολοκληρώνεται. Έπειτα από μία περίοδο αναδιοργανώσεων, η «Λουμίδης ΑΕ» απορροφά τη «Βιομηχανία Γάλακτος Nestlé Α.Β.Ε.» και την «Προβιγάλ» και μετονομάζεται πλέον σε «Nestlé Ελλάς Α.Ε.». Στο διάστημα των 80 και πλέον χρόνων που μεσολάβησαν από τις πρώτες διανομές φρέσκου καφέ στον Πειραιά, το 1919, με το χειροκίνητο καβουρντιστήρι, και από τις διανομές με καμήλες στη Θεσσαλονίκη, ο «Καφές Λουμίδη» κέρδισε τη θέση του στις καρδιές των Ελλήνων.

Στάδια παραγωγής

Η πρώτη ύλη -ο ωμός, ή πράσινος καφές– εισάγεται, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, από τη Βραζιλία. Ένα ειδικό γραφείο της «Nestlé», που βρίσκεται εγκατεστημένο εκεί, ακολουθεί συγκεκριμένες διαδικασίες αυστηρού επιστημονικού ελέγχου για την επιλογή της ποιότητας. Έπειτα από πολλαπλές δοκιμές και επαληθεύσεις δίνει την εντολή για αναχώρηση των φορτίων καφέ προς το εργοστάσιο του «Λουμίδη».

Ο ωμός καφές παραλαμβάνεται και αποθηκεύεται σε χώρους με κατάλληλες συνθήκες, ενώ παράλληλα καθαρίζεται από ξένα σώματα με ειδικά μηχανήματα μοναδικά στην Ελλάδα. Ο καθαρισμένος πλέον καφές αποθηκεύεται σε γιγάντια σιλό, ανάλογα με τη χώρα προέλευσης και την ποικιλία του.

Το χαρμάνιασμα των διαφόρων καφέδων γίνεται από έναν αυτόματο ηλεκτρονικό ζυγό, που διασφαλίζει πάντα την ίδια σωστή αναλογία στο χαρμάνι. Ακολουθεί το καβούρδισμα του καφέ, που γίνεται σε αυτόματα καβουρδιστήρια, τα οποία ηλεκτρονικά ελέγχουν όλες τις παραμέτρους (ομοιόμορφη φλόγα, χρώμα, χρόνο ψησίματο, θερμοκρασία κ.λπ.), με στόχο το ομοιόμορφο καβούρδισμα, που παίζει αποφασιστικής σημασίας ρόλο στην ποιότητα του τελικού προϊόντος. Μετά το καβούρντισμα έρχεται η άλεση του καφέ με ένα νέας τεχνολογίας σύστημα, που έχει την ιδιότητα να διατηρεί και συγχρόνως να αναπτύσσει όλες τις απολαυστικές ιδιότητες του καφέ.

Η μεταφορά του αλεσμένου καφέ στις μηχανές συσκευασίας γίνεται μέσα από κλειστό κύκλωμα, που προφυλάσσει το προϊόν από την επαφή του με τον ατμοσφαιρικό αέρα. Έτσι, ο καφές διατηρεί μέχρι τη στιγμή της συσκευασίας αναλλοίωτα όλα τα αρωματικά συστατικά του. Τελευταίο στάδιο η συσκευασία του προϊόντος που γίνεται αυτόματα από υπερσύγχρονες συσκευαστικές μηχανές, με την χρήση των καταλληλότερων υλικών συσκευασίας για τη διατήρηση της ποιότητας για το μεγαλύτερο δυνατό χρονικό διάστημα

Οι εγκαταστάσεις

Το εργοστάσιο καφέ του «Λουμίδη» βρίσκεται στη βιομηχανική ζώνη Οινοφύτων -στο 55οχλμ. της Εθνικής Οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης- σε ένα οικόπεδο έκτασης 67 στρεμμάτων. Είναι το μεγαλύτερο και τελειότερο στα Βαλκάνια, και ένα από τα πλέον σύγχρονα της Ευρώπης. Ιδρύθηκε το 1974, πάνω σε σχέδια των μηχανικών του γερμανικού οίκου PROBAT, του κορυφαίου στον κόσμο κατασκευαστή μηχανημάτων καφέ. 

Το αρχικό κτίριο κάλυπτε 2.019 τ.μ. ενώ σήμερα οι κτιριακές εγκαταστάσεις φθάνει τα 8.304 τ.μ., με προσωπικό εργοστασίου 118 άτομα. Το εργοστάσιο χρησιμοποιεί την πλέον εξελιγμένη τεχνολογία, και συνεχώς εκσυγχρονίζεται δημιουργώντας νέες τεχνολογικές και ποιοτικές προδιαγραφές. Τα τμήματα παραλαβής, καθαρισμού, καβουρντίσματος και συσκευασίας καφέ λειτουργούν από την ίδρυση του εργοστασίου με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα, σχεδιασμένα από έμπειρους Γερμανούς μηχανικούς. Με την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ της «Λουμίδης» και της «Nestlé» ξεκίνησαν έρευνες για την αλλαγή της διαδικασίας άλεσης του ελληνικού καφέ, με στόχο την περαιτέρω δυνατή βελτίωση του προϊόντος. 


 (Πηγή: www.inout.gr)
Όταν ο Σπυρίδων Μεταξάς δημιουργούσε στα τέλη του 19ου αιώνα το φερώνυμο κονιάκ, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι το ποτό του θα αναδεικνυόταν στον πιο διάσημο ‘’πρεσβευτή’’ της χώρας μας στο εξωτερικό. Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίο ότι στις μέρες της ακμής του τοMetaxa θα είχε παρουσία σε 110 χώρες, ενώ θα έφθαναν να καταναλώνονται περίπου 850 σφηνάκια το λεπτό ανά τον κόσμο.
   Η εμπορική διαδρομή της οικογένειας Μεταξά (εικάζεται ότι το αρχικό  της όνομα ήταν Βρούλος, όμως άλλαξε σε Μεταξά λόγω της ενασχόλησης της με το εμπόριο του μεταξιού) ξεκινάει στα μέσα του 19ου αιώνα, από τον Αγγελή Μεταξά, ιδιοκτήτη ενός τοπικού μαγαζιού στη Χαλκίδα. Με το θάνατό του, το 1871, πέντε από τα δώδεκα παιδιά του αναλαμβάνουν προσωρινά τα ηνία του μαγαζιού.
   Το 1872, ένας εκ των αδερφών, ο Σπυρίδων, αποσύρεται από την εταιρεία ‘’Αδερφοί Α. Μεταξά’’ και –με 17.000 δραχμές στην τσέπη από την πώληση του μεριδίου του- εγκαθίσταται στον Πειραιά. Εκεί θα αρχίσει να δραστηριοποιείται εμπορικά σε διάφορους τομείς και με ανάμικτα αποτελέσματα. Αρκετά αργότερα, το 1885, ο 37χρονος έμπορος και ιδιοκτήτης ταβέρνας, με κεφάλαιο 100.000 δραχμές, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να δημιουργήσει στον Πειραιά, μαζί με τον αδερφό του, Ηλία, το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής κονιάκ «εκ καθαρού αποστάγματος σταφυλής».
   Στη διάρκεια των εκσκαφών για την ανέγερση του εργοστασίου ανακαλύπτεται ένα αρχαίο νόμισμα με την εικόνα του Σαλαμινομάχου, το οποίο ο Σπυρίδων Μεταξάς υιοθετεί αμέσως ως έμβλημα της νεότευκτης επιχείρησης, έμβλημα που παραμένει αναλλοίωτο ως τις μέρες μας. Η εταιρεία συστήνεται επίσημα το 1888 με την επωνυμία ‘’Βιομηχανικός Οίκος Κονιακοποιίας Σ. Η. και Α. Μεταξά’’. Όπως υποδηλώνει και η επωνυμία, στην ‘’παρέα’’ των δύο ιδρυτών έχει προστεθεί ένας ακόμη αδερφός, ο Αλέξανδρος.
   Χάρη στην απαράμιλλη ποιότητα των προϊόντων τους, τα οποία παρασκευαζόταν με διάφορες προσμίξεις ποικιλιών και με την προσθήκη σε κάθε βαρέλι μικρής ποσότητας παλαιού αποστάγματος, τα τρία αδέρφια δεν θα αργούσαν να δουν τις προσπάθειές τους να ευοδώνονται. Η φήμη του κονιάκ Μεταξά κατακτά την αριστοκρατία της αθηναϊκής κοινωνίας και φθάνει μέχρι τα ανάκτορα, καθιστώντας τον Σπυρίδων Μεταξά επίσημο προμηθευτή της βασιλικής αυλής του Γεωργίου Α’.
   Ανήσυχο πνεύμα όπως ήταν ο Σπυρίδων Μεταξάς, κρίνει από νωρίς ότι η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για να χωρέσει τα δημιουργήματά του. Όντως, σύντομα το νέο προϊόν θα ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και θα ‘’ταξιδεύσει’’ στη Ρωσία και στην Κωνσταντινούπολη, όπου δημιουργούνται αποστακτήρια. Το έντονο ελληνικό στοιχείο των περιοχών αυτών αγκαλιάζει με θέρμη τα «θαυμάσια ελληνικά προϊόντα του Οίκου Μεταξά», όπως ακριβώς είχαν προβλέψει οι ιδρυτές.
   Οι ιδρυτές αποφασίζουν να μην προωθήσουν το προϊόν τους ως κονιάκ (ονομασία προέλευσης από την ομώνυμη περιοχή της Γαλλίας), ούτε ως μπράντι, προκειμένου να αποφύγουν τον διεθνή ανταγωνισμό. Αντ’ αυτού, το ποτό τους παρουσιάζεται ως απόσταγμα οίνου, με την ονομασία το ‘’Γνήσιον Μεταξά’’, δημιουργώντας ουσιαστικά μία κατηγορία ποτού από μόνο του, ως ελληνικό δηλαδή προϊόν, που θα γνώριζε αναπάντεχη επιτυχία στο εξωτερικό.
   Χρονιά-σταθμός για την πορεία της εταιρείας ήταν το 1909, όταν το «ιπτάμενο μπράντι», όπως θα το αποκαλούσαν αργότερα (όταν στήθηκε αερογέφυρα για τη μεταφορά του στις ΗΠΑ, λόγω της ραγδαίας αύξησης της ζήτησής του), καταφθάνει στην Αμερική όπου γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από την εκεί ελληνική κοινότητα. Η εν λόγω αγορά, που αποδεικνύεται η πλέον προσοδοφόρα από όλες τις υπόλοιπες διεθνείς αγορές, θα αρχίσει να ‘’απορροφάει’’ χιλιάδες κιβώτια ετησίως.
   Την ίδια χρονιά πεθαίνει ξαφνικά ο ιδρυτής του ‘’οίκου Μεταξά’’, τη θέση του οποίου αναλαμβάνει η χήρα του, Δέσποινα. Λίγα χρόνια αργότερα αποβιώνει και ο Αλέξανδρος Μεταξάς και τον διαδέχεται, επίσης, η χήρα του Αγγελική. Οι δύο χήρες, πάντως, όσο και η δεύτερη γενιά Μεταξά που σύντομα θα αναλάμβανε τα ηνία, θα αποδεικνύονταν άξιοι συνεχιστές, αφού θα κατάφερναν να βγάλουν την εταιρεία αλώβητη από τις δύσκολες στιγμές που έμελλε να έρθουν.
   Πρωτίστως η αμερικάνικη ποτοαπαγόρευση της δεκαετίας του ’20, ακολουθούμενη από την Μικρασιατική Καταστροφή, τους βαλκανικούς πολέμους, αλλά και τη ρωσική επανάσταση του 1917, αποτέλεσαν ισχυρά πλήγματα για την εταιρεία, η οποία όμως είχε βρει το αντίδοτο, αφού είχε ήδη αρχίσει να στρέφεται σε άλλες αγορές, όπως την Αφρική, την Ινδία, την Περσία και την Αυστραλία.
   Ωστόσο, η μεγαλύτερη απώλεια –και η πλέον διαχρονική- για την εταιρεία, θα ήταν εκ των έσω. Η ξαφνική και αναπάντεχη επιτυχία της οδήγησε ορισμένα μέλη της δεύτερης γενιάς Μεταξά να ασχοληθούν με την ποτοποιία και να αμφισβητήσουν το δικαίωμα των απογόνων των τριών ιδρυτών, οι οποίοι είχαν κατοχυρώσει το επώνυμό τους ως εμπορικό σήμα, να είναι οι μόνοι που μπορούν να χρησιμοποιούν το όνομα Metaxa (η λατινική απόδοση του ονόματος έγινε την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά, προκειμένου να αποσυνδεθεί από τον ομώνυμο δικτάτορα). Οι διαμάχες, που θα ξεκινήσουν το 1924, όταν αναλαμβάνουν οι απόγονοι του Σπυρίδωνα Μεταξά, θα διαρκέσουν περίπου 40 χρόνια και θα καταλήξουν ουκ ολίγες φορές στα δικαστήρια. Εν τέλει, οι ενδοοικογενειακές έριδες θα κλείσουν οριστικά το 1962, όταν θα εξαγοραστεί και η τελευταία «συγγενική» ομώνυμη ποτοποιία.
   Τις επόμενες δεκαετίες η ανάπτυξη της πολυβραβευμένης -με διεθνείς διακρίσεις, μετάλλια και βραβεία- ‘’Ποτοποιίας Μεταξά’’ είναι εντυπωσιακή. Σε αυτό θα συντελέσει η δημιουργία ενός νέου εργοστασίου, στην Κηφισιά, η προώθηση των προϊόντων σε παγκόσμια αθλητικά γεγονότα, αλλά και η ανάπτυξη του τουρισμού, χάρη στην οποία το ‘’Γνήσιον Μεταξά’’, το οποίο είναι πρώτο σε πωλήσεις ποτό στην κατηγορία του σταduty free των αεροδρομίων, διαδίδεται σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο.
   Παρ’ όλα αυτά, στη δεκαετία του ’80, σε μια εποχή έντονης συγκέντρωσης του κλάδου στα χέρια λίγων μεγάλων πολυεθνικών ομίλων, διάφοροι κολοσσοί θα κάνουν ‘’κρούση’’ στην τρίτη γενιά Μεταξά, η οποία τελικά ενδίδει και στα 100 έτη λειτουργίας της, το 1989, πουλάει την ιστορική επιχείρηση στην Grand Metropolitan (σήμερα ανήκει στην γαλλική πολυεθνική Remy-Cointreau.
(Πηγή: protopapadakis.blogspot.gr)

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Όταν στη συμβολή των οδών Παντοκράτορος και Ηλείας, πίσω από τον ομώνυμο ιστορικό ναό που υπάρχει ακόμα σήμερα στο κέντρο της παλιάς πόλης της Πάτρας, ο Παναγιώτης Μαρλαφέκας ιδρύει τη «λουξ», μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση που αρχικά παράγει πορτοκαλάδα, λεμονάδα και γκαζόζα.
Οι διαδικασίες παραγωγής ήταν φυσικά αρχέγονες: «Με το χέρι γινόταν η εμφιάλωση,  με το χέρι ταπώνανε». Και με αντίστοιχες, για την εποχή, μεθόδους γινόταν και η διανομή, «με το κάρο».
Στην Αχαϊκή πρωτεύουσα λειτουργούσαν τότε άλλες 11 αναλόγου μεγέθους ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Ο μοναδικός τρόπος για να ξεχωρίσει κάποιος ήταν να επιλέξει τα καλύτερα υλικά και με το δικό του μεράκι να δημιουργήσει μοναδικές συνταγές, με την ελπίδα να τα προτιμήσει ο Πατρινός καταναλωτής. Ο συνδυασμός ανώτερης ποιότητας και ξεχωριστής γεύσης λειτούργησε στην πράξη. Σύντομα, οι πορτοκαλάδες, οι λεμονάδες και οι γκαζόζες «λουξ» έγιναν τα αγαπημένα αναψυκτικά των Πατρινών.
Τα χρόνια κύλησαν και η πορεία της λουξ ήταν σταθερά ανοδική.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η "λουξ" είχε φτάσει να απασχολεί 10 εργαζομένους, ενώ η παραγωγή άγγιζε τα 100 κιβώτια την ημέρα! Ωστόσο, η μικρή μονάδα της οδού Παντοκράτορος δεν μπορούσε πλέον να καλύψει τις ανάγκες που είχαν δημιουργηθεί στην αγορά. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την άφιξη των πολυεθνικών στην Ελλάδα από το 1967, καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη για μετεγκατάσταση της επιχείρησης σε άλλο χώρο. Στόχος ήταν η νέα μονάδα να έχει μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα, αλλά και προηγμένες τεχνολογίες, ως απάντηση στον εντεινόμενο πλέον ανταγωνισμό.

Τότε ήταν, το 1972, που ο Παναγιώτης Μαρλαφέκας, αποφάσισε να μεταφέρει το εργοστάσιο  σε ιδιόκτητες, μεγαλύτερες και πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις.

Όταν έστηνε τη μικρή του οικοτεχνία, ο Παναγιώτης Μαρλαφέκας, ελλείψει άλλων μέσων, είχε προσεγγίσει έναν ταλαντούχο ντόπιο συνθέτη τραγουδιών να του δώσει μια λίστα με πιθανά ονόματα για τη νέα επιχείρηση. Μεταξύ των δέκα που προτάθηκαν, ήταν και το "λουξ".
Είναι η εποχή που στη μεταπολεμική Ελλάδα η λέξη «λουξ» έχει αρχίσει να γίνεται συνώνυμο της πολυτέλειας, της ξεχωριστής φροντίδας και της ανώτερης ποιότητας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που θα επιλεγεί και για τα αναψυκτικά της νεοσύστατης βιοτεχνίας.
Το Κεφαλόβρυσο είναι ένας μικρός Παράδεισος, μια περιοχή με καταπράσινη φύση, γεμάτη από υπεραιωνόβια πλατάνια, που θυμίζει γη της επαγγελίας. Για τα δεδομένα όμως εκείνης της εποχής, ήταν πολύ μακριά από την Πάτρα κι από τα καθημερινά σημεία διανομής, «στη μέση του πουθενά» και, κυρίως, χωρίς βασικές υποδομές! Χωρίς τηλέφωνο, χωρίς καν ρεύμα!
Κρύβει όμως στο υπέδαφος έναν πραγματικό θησαυρό, το άριστης ποιότητας νερό Κεφαλόβρυσου!  (ένα νερό ελαφρύ, ολιγομεταλλικό και σπάνιας φυσικής αξίας.) Αυτό είναι και το βασικό κριτήριο του Παναγιώτη Μαρλαφέκα για την επιλογή της μετεγκατάστασης: «ποιότητα με οποιοδήποτε κόστος». Παρά τις διαφαινόμενες δυσκολίες, ο ιδρυτής της λουξ  επιλέγει να αξιοποιήσει μια μοναδική ευκαιρία για ολική ποιοτική βελτίωση των αναψυκτικών λουξ. Η μετέπειτα πορεία της επιχείρησης απέδειξε ότι η επιλογή του ήταν ορθή.
Από τότε, τα προϊόντα λουξ ξεχωρίζουν από κάθε άλλο αναψυκτικό στην Ελλάδα και στον κόσμο. Είναι τα μόνα που παρασκευάζονται με νερό Κεφαλόβρυσου.  Κάτι που, με υπερηφάνεια, αναγράφεται σε κάθε συσκευασία λουξ.
(Πηγή: www.loux.gr)


Με συνθήματα τύπου «Υγεία – ευτυχία – αγάπη» και με το all time classic καθησυχαστικό σλόγκαν «Πίνε Φιξ, κάνει καλό» γράφτηκε η ιστορία της φίρμας που έμαθε την μπύρα στην Ελλάδα κι έγινε συνώνυμο της ελληνικής μπύρας -κρατώντας και για δεκαετίες το μονοπώλιο.
«Μπύρα Φιξ για Ολυμπιονίκες» έλεγε μια έτερη διαφήμιση της σειράς, ενώ σε μια άλλη -βρισκόμαστε στη δεκαετία του '60- η καστανή ακόμα Αλίκη Βουγιουκλάκη, καλούσε το κοινό να ενδώσει σε ένα μπουκάλι κι ένα ποτήρι απολαυστική μπύρα. Φιξ φυσικά...
Το όνομά της ανταποκρίνεται σε κάθε κλισέ που μιλά για ονόματα «βαριά σαν ιστορία». Κι επειδή στην ιστορία αρέσουν τα οξύμωρα, όλα ξεκίνησαν από μια λάθος προφορά. Το όνομα που «βάφτισε» την μπύρα στην Ελλάδα (Fuchs) διαβάζεται Φουξ, όμως εμείς εδώ το είπαμε Φιξ. Γιατί έτσι μας αρέσει -συγγνώμη αυτό είναι από άλλη μπύρα...





Ενα χειροκίνητο ζυθοποιείο στο εξοχικό Κολωνάκι

Η ιστορία της μπύρας Φιξ ξεκινά το 1864, όταν ο βαυαρικής καταγωγής, Ιωάννης Φιξ δημιούργησε ένα χειροκίνητο μικροζυθοποιείο στο -τότε- εξοχικό Κολωνάκι -με την πρώτη ύλη να μεταφέρεται με μουλάρια μέσα σε σακιά από την Πάρνηθα.
Η μπύρα Fix γίνεται μόδα καικατακτά τους Ελληνες, έχοντας βεβαίως στο πλευρό της τη στήριξη της βασιλικής οικογένειας. Το 1870 ανοίγει μπυραρία (το προϊόν ανθεί) και το 1893, με τις δουλειές να έχουν πια «ανοίξει», το εργοστάσιο μεταφέρεται στη λεωφόρο Συγγρού. Στην περιοχή που πάνω από έναν αιώνα μετά, σχεδόν όλοι οι Αθηναίοι γνωρίζουν με το όνομά της διάσημης μπύρας της.
Ο Κάρολος Φιξ, που έχει πια αναλάβει τη ζυθοποιία μετά τον θάνατο του πατέρα του, εφοδιάζει το εργοστάσιο με ψυκτικά μηχανήματα. Η παγωμένη απόλαυση κατακτά και την Ελλάδα...
Οι δεκαετίες που ακολουθούν είναι αυτές της απόλυτης άνθησης της μπύρας Fix, η οποία γνωρίζει την αγάπη του κοινού στην Ελλάδα και την διεθνή καταξίωση, που της επιτρέπει να διαφημίζεται πια ως «μπύρα Ολυμπιονίκης». Παράλληλα, εξελίσσεται η κινηματογραφική της καριέρα, καθώς βρίσκεται σε πολυάριθμα πλάνα σεδιάσημες ελληνικές ταινίες της εποχής.






Πολιτικές περιπέτειες και παρακμή

Η αρχή του τέλους, ωστόσο, έχει γίνει από το 1950, όταν η οικογενειακή επιχείρηση διαχωρίζεται και ο Αντώνιος Φιξ δημιουργεί την δική του μπύρα (Αλφα). Ακολουθούν οι πολιτικές περιπέτειες, η ταύτιση της μπύρας με την κυβέρνηση της αποστασίας (ο εκπρόσωπος της Ενωσης Κέντρου και μέλος της κυβέρνησης Πέτρος Γαρουφαλιάς είχε παντρευτεί τη χήρα Φιξ) και η κατάρρευση του μονοπωλίου που επιτρέπει την είσοδο της ολλανδικής Amstel στην ελληνική αγορά.
Στο πλαίσιο των πολιτικών εξελίξεων της εποχής, το σλόγκαν αλλάζει («Η μπύρα Φιξ κάνει κακό») και η διάσημη μπύρα μπαίνει πια σε τροχιά απαξίωσης. Στον πέρασμα των χρόνων, ο ανταγωνισμός αποδεικνύεται σκληρός, το εργοστάσιο οδηγείται σε μαρασμό και η ζυθοποιία Φιξ κηρύσσει πτώχευση το 1983.
Η σύγχρονη ιστορία περιλαμβάνει προσπάθειες επανόδου -αρχικά το 1995, από την εταιρεία Κουρτάκη. Τη διεκδικούν πολλοί, την κερδίζει τελικά το 2009 η Ολυμπιακή Ζυθοποία, η οποία τη βγάζει ξανά στην αγορά, με όραμα την αναβίωση του ιστορικού ελληνικού brand. Η μπύρα Φιξ επιστρέφει το 2010, ως η ανερχόμενη -ιστορική πάντα- δύναμη.
Το νέο κεφάλαιο στην ιστορία της ξεκινά σήμερα, με τη συμφωνία συγχώνευσής της με τη θυγατρική της Carlsberg, Ζυθοποιία Μύθος. 
(Πηγή:http://www.thetoc.gr)

Το «Άνθος Ορύζης Γιώτης» ήταν η πρώτη τυποποιημένη τροφή που παράχθηκε ποτέ στην Ελλάδα. Ακόμη και σήμερα είναι η στερεά τροφή που συνηθίζεται να μπαίνει πρώτη στο διαιτολόγιο ενός μωρού. Αλλά για το 1930 ήταν μια τεράστια καινοτομία. Υπήρξε στην ουσία μια κοινωνική προσφορά στην Ελληνίδα μητέρα, σε μια εποχή που μια από τις βασικές αιτίες της παιδικής θνησιμότητας ήταν οι διαταραχές του πεπτικού συστήματος.
Με αυτές τις αξίες ξεκίνησαν ο Ιωάννης και η Μαρία Γιώτη την επιχείρησή τους πριν από 82 χρόνια. Το κοινό καλό, η ποιότητα του προϊόντος, η κάλυψη της ζήτησης βρίσκονταν πάντοτε πάνω από το κέρδος. Περισσότερες από οκτώ δεκαετίες μετά, οι ίδιες αξίες, έχοντας περάσειαπό γενιά σε γενιά Γιώτη, συνεχίζουν να διέπουν την ομώνυμη εταιρεία…
Εν μέσω του μεγάλου κραχ
Ο Ιωάννης Γιώτης ήταν ηπειρώτης στην καταγωγή και γόνος αστικής οικογενείας της εποχής. Ίδρυσε την εταιρεία του αφού πρώτα ταξίδεψε στη Γαλλία, έμαθε πώς παρασκευάζονται οι παιδικές τροφές και επέστρεψε με καινοτόμες ιδέες. Στόχος του δεν ήταν να μιμηθεί τους Γάλλους, αλλά να βρει τον τρόπο για να βιομηχανοποιήσει τροφές από τους καρπούς της ελληνικής γης. Οι καιροί δεν ήταν οι κατάλληλοι. Το μεγάλο κραχ του ’29 είχε «στραγγίξει» τη χώρα. Αλλά είναι σε περιόδους κρίσης που οι καλύτερες ιδέες αναδεικνύονται.
Ο Ιωάννης Γιώτης έστησε το εργοστάσιό του στην περιοχή των Τριών Γεφυρών, στα Κάτω Πατήσια, κοντά στο σπίτι του. Εκτός από το Άνθος Ορύζης, που παράγεται από αρίστης ποιότητας ρύζι το οποίο υφίσταται προηγουμένως επιμελημένη κατεργασία και κρησάρισμα για να απαλλαγεί από τις ξυλώδεις ουσίες, η εταιρεία παρασκεύασε και το Άνθος Αραβοσίτου. Ήταν η πρώτη ελληνική βρεφική κρέμα.
Τα δύο αυτά προϊόντα ήταν τα πρώτα που πέρασαν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, μαζί με το τσούρμο των μεταναστών που έφευγαν από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά στις ΗΠΑ. Για δέκα χρόνια, οι παιδικές τροφές Γιώτη μεγαλώνουν παιδιά στην πατρίδα του, αλλά και στην άλλη άκρη του κόσμου.
Έπειτα ήλθε η Κατοχή και το κλείσιμο του εργοστασίου. Όταν ο εφιάλτης του πολέμου τελείωσε, ο Ιωάννης Γιώτης θα το ξανανοίξει και θα επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε νέα προϊόντα. Το φρουί ζελέ, το 1950, είναι μια μεγάλη έκπληξη για το ελληνικό κοινό και θα γίνει σύντομα το αγαπημένο επιδόρπιο μιας νέας γενιάς που σκέφτεται, συμπεριφέρεται, λειτουργεί πιο «ευρωπαϊκά».
Σύντομα θα ξεκινήσει και την παραγωγή διαφόρων αλεύρων, τα οποία μάλιστα εξάγονται στις ΗΠΑ και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Ένα από τα πιο καινοτόμα προϊόντα της εταιρείας ήταν η Φαρίνα Γιώτης, το 1965. «Το αλεύρι που φουσκώνει μόνο του» έλυσε τα χέρια της Ελληνίδας νοικοκυράς και έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή προϊόντα στις ελληνικές κουζίνες.
Μια οικογενειακή επιχείρηση
Ο Ιωάννης Γιώτης είχε αποβιώσει, στο μεταξύ, το 1960 (ήταν μόλις 55 ετών) και την εταιρεία έτρεχε η χήρα του, Μαρία. Οι αξίες που είχε ο ίδιος θέσει από την πρώτη ημέρα τηρούνταν, όμως, απαρέγκλιτα. Τη Μαρία διαδέχθηκαν οι δύο τους γιοι, Αθανάσιος και Χρήστος. Σήμερα, οι εγγονοί του ιδρυτή, Ιωάννης Αθανασίου Γιώτης και Ιωάννης Χρήστου Γιώτης είναι οι δύο μέτοχοι, με 50% ο καθένας, της εταιρείας. Πρόκειται για τον ορισμό της οικογενειακής επιχείρησης…
Τα προϊόντα της συνέχισαν να εμφανίζονται με τον ίδιο ρυθμό και να κάνουν πάντα αίσθηση με τις λύσεις που έφερναν στο ελληνικό νοικοκυριό. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Την Φαρίν Λακτέ (1972), το ρόφημα Caotonic (1988), τις τούρτες Γιώτης (1990), την κρέμα δημητριακών και την μπισκοτόκρεμα (2000), τα παραδοσιακά επιδόρπια ψυγείου (2005), τα προϊόντα Sweet & Balance (2009);
Το όραμα της εταιρείας έχει παραμείνει αναλλοίωτο μέσα στα χρόνια. Όπως αποτυπώνεται και στο site της, είναι: «Να δημιουργούμε συνεχώς καινοτόμα προϊόντα με βάση φυσικές πρώτες ύλες, διασφαλίζοντας πάντα την ποιότητά τους. Προϊόντα με υψηλές διατροφικές αξίες, που θα χρησιμοποιούνται καθημερινά σε κάθε ελληνικό σπίτι και θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες ολόκληρης της οικογένειας στη σύγχρονη εποχή».
Στήριξη στην ελληνική οικονομία
Η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε, όμως, μόνο στις διατροφικές ανάγκες των Ελλήνων. Σε περιόδους κρίσης, ήταν πάντα εκεί για να τονώσει την ελληνική οικονομία. Η ίδια η ίδρυσή της, το 1930, εν μέσω του πρωτοφανούς κραχ, ήταν μια σημαντική τόνωση για τους Αθηναίους. Πρόσφατα, εν μέσω της νέας κρίσης που βιώνουμε στην Ελλάδα, η επιχείρηση άνοιξε το νέο της εργοστάσιο στο Αγρίνιο.
(Πηγή: www.newsbomb.gr)
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, της δεκαετίας που από πολλούς ιστορικούς χαρακτηρίζεται ως η βιομηχανικά γονιμότερη της προπολεμικής περιόδου, θα αρχίσει να κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα η ελληνική γαλακτοβιομηχανία. Σημαντικότερος εκφραστής αυτής της προσπάθειας υπήρξε αναμφίβολα η Εθνική Βιομηχανία Γάλακτος, η γνωστή σε όλους μας ΕΒΓΑ.

Η ΕΒΓΑ ιδρύθηκε το 1934 από τους αδερφούς Σουραπά, από την Τρίπολη, συνολικά έξι αδέρφια εκ των οποίων τα τέσσερα μετανάστευσαν στο Σικάγο της Αμερικής. Στην Αμερική, λοιπόν, όπου τα παγωτό έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του στις αρχές του αιώνα από Ιταλούς πλανόδιους πωλητές, τα τέσσερα αδέρφια θα εργαστούν σκληρά, θα αποκτήσουν εμπειρίες και θα επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη γεμάτοι ιδέες. 
Έχοντας πια αποκτήσει κάποια σχετική οικονομική επιφάνεια, τα έξι αδέρφια αποφασίζουν να αναγείρουν το πρώτο στην ελληνική αγορά εργοστάσιο παστεριωμένου γάλακτος. Τα χρόνια εκείνα, η διακίνηση του φρέσκου γάλακτος ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα των πλανόδιων πωλητών και των γαλακτοκομείων. Έχοντας αυτό κατά νου, τα αδέρφια Σουραπά διέγνωσαν μια άνευ προηγουμένου επιχειρηματική ευκαιρία.

Το εργοστάσιο, συνολικής έκτασης 10.000 τ.μ., κτίζεται στην περιοχή του Βοτανικού, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα, ενώ το κόστος του φθάνει σε δυσθεώρητα, για τα δεδομένα της εποχής, ύψη ξεπερνώντας κατά πολύ τα 35 εκατ. δραχμές. Η επιλογή της τοποθεσίας, φυσικά, μόνο τυχαία δεν ήταν, αφού την εποχή εκείνη η περιοχή αυτή έσφυζε από βουστάσια, τα οποία θα προμήθευαν το γάλα προς επεξεργασία στο εργοστάσιο της εταιρείας.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1935, τα πρώτα προϊόντα της ‘’Εθνικής Βιομηχανίας Γάλακτος’’, όπως ήταν το αρχικό όνομά της, κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά. ‘’Επενδύοντας’’ στη δύναμη της συσκευασίας, το παστεριωμένο γάλα και η κρέμα γάλακτος διατίθεται σε γυάλινο μπουκάλι, το αγελαδινό γιαούρτι σε κεσέδες από αλουμίνιο και το βούτυρο σε χάρτινο πακέτο. Μία νέα βιομηχανία, αυτή των γαλακτοκομικών προϊόντων, είχε μόλις γεννηθεί.

Η νεοσύστατη επιχείρηση από την πρώτη σχεδόν στιγμή θα περνούσε στην κερδοφορία. Η φήμη της, πάντως, θα απογειωνόταν το 1936, όταν παρουσίασε το παγωτό ξυλάκι, το παγωτό σε κύπελλο και το χωνάκι με σοκολάτα και αμύγδαλο. Το ‘’ξυλάκι’’, μάλιστα, ήταν αυτό που της χάρισε την πρώτη της ευρεσιτεχνία, αν και εικάζεται ότι παγωτά ξυλάκια ήδη κυκλοφορούσαν στην αγορά αλλά σε εξαιρετικά περιορισμένη κλίμακα. Αρχικά, πάντως, οι Αθηναίοι αντιμετωπίζουν το νέο προϊόν με επιφυλακτικότητα, αφού είχαν συνδέσει το παγωτό του παρελθόντος με στομαχικές διαταραχές. Η εταιρεία, για να καταπολεμήσει αυτή την αντίληψη, βγάζει γραπτές ανακοινώσεις, όπου μεταξύ άλλων τονίζει ότι «το παγωτό εκρίθη υπό του Γενικού Χημείου του Κράτους κανονικό».


Εν τω μεταξύ, η εταιρεία αλλάζει όνομα, ύστερα από υπόδειξη του δικτάτορα Μεταξά, αφού το ‘’Εθνική’’ θα αντικατασταθεί από το ‘’Ελληνική’’. Η δε δυναμική της ανακόπτεται εξαιτίας του πολέμου και της Κατοχής. Στο διάστημα αυτό η ΕΒΓΑ περιορίζεται στην παρασκευή παστεριωμένου γάλακτος, η διανομή του οποίου γίνεται υπό τον έλεγχο του Ερυθρού Σταυρού και των στρατευμάτων κατοχής.

Μετά τη απελευθέρωση, οι ζημιές του εργοστασίου αποκαθίσταται και η εταιρεία τίθεται σε πλήρη λειτουργία. Με τη λειτουργία ενός σύγχρονου εργοστασίου το 1950, για το οποίο η οικογένεια Σουραπά δανείζεται 2 δισ. δραχμές και 350.000 δολάρια, η ΕΒΓΑ θα καταφέρει να κυριαρχήσει στην αγορά για τις επόμενες δεκαετίες.
Σημαντικό βαθμό στην καθιέρωσή της στην κορυφή θα διαδραματίσει ένας νέος θεσμός, ‘’η ΕΒΓΑ της γειτονιάς’’, με τη δημιουργία, τη δεκαετία του ’50, τουλάχιστον 900 πρατηρίων στην πρωτεύουσα, τα οποία, σύμφωνα με ανταποκρίσεις της εποχής, μόλις και μετά βίας καλύπτουν τις ανάγκες του κοινού. Αν σε αυτά προστεθούν τα εκατοντάδες ζαχαροπλαστεία του κέντρου και της επαρχίας, όπου κάποιος θα μπορούσε να αναζητήσει διάφορες ποικιλίες παγωτών της εταιρείας, τότε γίνεται αντιληπτό ότι η κυριαρχία της ΕΒΓΑ υπήρξε καθολική. 
Τα επόμενα χρόνια η εταιρεία παρουσιάζει διάφορες καινοτομίες όπως το παγωτό και το γιαούρτι σε πλαστική συσκευασία, καθώς και το πώμα αλουμινίου στα γυάλινα μπουκάλια γάλακτος με σφραγίδα και ημερομηνία. Την ίδια στιγμή, επεκτείνεται στον κλάδο της σοκολατοποιίας, προσλαμβάνοντας μάλιστα ειδικό Ελβετό σοκολατοποιό. 
Πλέον, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, δεν υπάρχει κανένα απολύτως προϊόν της εταιρείας που κυκλοφορεί σε συσκευασία επιστρεφόμενη στο εργοστάσιο. Η καθιέρωση της πλαστικής συσκευασίας σε όλα τα προϊόντα της ΕΒΓΑ, καθώς και οι σχολαστικοί ποιοτικοί έλεγχοι, επαρκούν για να «ικανοποιήσουν και έναν παθολογικά ακόμη σχολαστικό καταναλωτή».
 Το 1964 αποτελεί χρονιά-σταθμό στην εξέλιξη της συσκευασίας του γάλακτος στην ελληνική αγορά. Τότε, η ΕΒΓΑ γίνεται η πρώτη βιομηχανία και ανάμεσα στις πρώτες σ’ όλη την Ευρώπη, που αλλάζει τη συσκευασία του γάλακτος από γυάλινη σε πλαστική μιας χρήσεως. Έκτοτε η Ελληνική Εταιρεία Γάλακτος και Αλεύρου, όπως θα μετονομασθεί στα τέλη του 20ού αιώνα λόγω της επέκτασής της στα κατεψυγμένα αρτοσκευάσματα, θα ‘’αλλάξει χέρια’’ δύο φορές.  Η πρώτη ήταν το 1971, όταν πέρασε στη διοίκηση του Καρόλου Πολίτη και η δεύτερη το 1988, όταν εξαγοράστηκε από το σημερινό ιδιοκτήτη Κυριάκο Φιλίππου.


(Πηγή:bill-files.blogspot.gr)
Το 1883 εμφανίζεται στην ελληνική αγορά ως μια μικρή χημική βιομηχανία με την επωνυμία «Σπήλιος Α. Οικονομίδης και Σία».  Η σύμπραξη τότε του Σπήλιου και Λεοντίου Οικονομίδη δημιουργούν τη «Χρωματουργεία Πειραιώς», γνωστότερη ως ΧΡΩΠΕΙ. Οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης κατασκευάστηκαν στο Νέο Φάληρο το 1899. Αρχικά βέβαια η επιχείρηση απασχολούσε στο μεγαλύτερο μέρος της, μέλη της οικογένειας Οικονομίδη. Ο ιδρυτής της, Σπήλιος Οικονομίδης είχε σπουδάσει Χημεία μαθητεύοντας για χρόνια δίπλα στον Μπάγιερ. Ο αδελφός του Λεόντιος είχε σπουδάσει και αυτός χημεία στη Ζυρίχη.
Οι πρωτοπόρες σπουδές για τα δεδομένα της εποχής εκείνης των δύο νέων της οικογένειας ήταν ίσως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη για ένα θετικό ξεκίνημα της βιομηχανίας. Το εργοστάσιο στο Νέο Φάληρο έκανε τη ΧΡΩΠΕΙ να κατακτήσει ηγετική θέση στην χρωματουργία για πολλά χρόνια. Η ΧΡΩΠΕΙ εξελίχθηκε ύστερα από την εργαστηριακή ανακάλυψη της ανιλίνης, παραγώγου του άνθρακα, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή συνθετικών χρωστικών υλών, οι οποίες υποκατέστησαν τα φυσικά χρώματα κυρίως στην κλωστοϋφαντουργία.
Την περίοδο των πολέμων η ελληνική χρωματουργία κλήθηκε να συμβάλει  στην πολεμική προσπάθεια. Η παραγωγή της δεν σταμάτησε και έτσι η βιομηχανική εγκατάσταση βγήκε αλώβητη από τον πόλεμο. Το 1950 ένας κύκλος κλείνει για τηνΧΡΩΠΕΙ οπότε η αποκλειστική διαχείριση περνάει από την οικογένεια Οικονομίδη στον Σ. Σοφιανόπουλο. Για τον Σοφιανόπουλο μέχρι τις μέρες μας θα γραφτούν πολλά. Το σίγουρο είναι πως αποτελεί έναν σημαντικό Έλληνα ερευνητή και επιστήμονα. Με τις περγαμηνές του στην χημεία αναπροσανατολίζει τότε την επιχείρηση σε άλλους τομείς.
Τότε το εργοστάσιο στο Νέο Φάληρο άρχισε να στρέφεται στην πρώιμη παραγωγή φαρμάκων.
Οι γνώσεις του Οικονομίδη από την Μπάγιερ και οι νέες τεχνικές του Σοφιανόπουλου παντρεύτηκαν και έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο ελληνικό αναλγητικό. Το γνωστό για δεκαετίες «Αλγκόν» προσπάθησε να γίνει η ελληνική απάντηση στην εισαγόμενη τότε ασπιρίνη. Τα καταφέρνει επάξια και κατακτάει για δεκαετίες την ελληνική αγορά. Συνάμα κερδίζει ίσως την μονοπωλιακή παραγωγή σε ενέσιμα διαλύματα για νοσοκομειακή χρήση και παραφάρμακα (βαμβάκι, γάζες). Παράλληλα παράγονται ζωοτροφές και διάφορα άλλα χημικά προϊόντα.
Η ΧΡΩΠΕΙ από το Νέο Φάληρο γίνεται μια από τις δυναμικότερες ελληνικές βιομηχανίες. Η μεγάλη μερίδα της αγοράς που έχει κατακτήσει δεν αφορά πλέον μόνο τα χρώματα αλλά και το σύνολο των παρά φαρμακευτικών προϊόντων που χρειάζεται η ελληνική αγορά. Στη δεκαετία του `70 το ενδιαφέρον της στρέφεται προς την παραγωγή επιχρισμάτων προκαλώντας ανησυχίες στον ευρύτερο κλάδο.
Οι καταστάσεις όμως στην ελληνική βιομηχανία αλλάζουν και από την σπουδαιότερη βιομηχανική μονάδα κάνουν τη ΧΡΩΠΕΙ να μπει στις προβληματικές επιχειρήσεις στα μέσα τις δεκαετίας του `80. Αυτό την οδηγεί οριστικά σε κλείσιμο το 1989.
Από τότε τα 47 στρέμματα του εργοστασίου στο Νέο Φάληρο περνούν στη κυριότητα της Εθνικής Τράπεζας και του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων. Σε πλειστηριασμό που διεξήχθη το 1999 ο Όμιλος Χαραγκιώνη αγοράζει την έκταση έναντι 9 δις δραχμών. Το διατηρητέο κτήριο της διοίκησης παραμένει στη κυριότητα του ΕΟΦ. Ωστόσο το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας και οι νομοθετήσεις που έχουν γίνει για την αξιοποίηση της οδού Πειραιώς δεν αφήνουν πολλές δυνατότητες να κινηθούν εύκολα επενδύσεις στην έκταση της πρώην ΧΡΩΠΕΙ.
Παρά τα φιλόδοξα σχέδια για σούπερ μάρκετ, πολυκαταστήματα, κινηματογράφους μέχρι μαιευτήριο η έκταση δεν κατάφερε να φιλοξενήσει τίποτα από αυτά. Από τα πρώτα βιομηχανικά κτήρια της πρωτεύουσας αλλά και τα πρώτα της άλλοτε βιομηχανικής οδού Πειραιώς στέκει σήμερα ερειπωμένο. Το κέλυφος του κτηρίου, με σημαντικά τα σημάδια αλλοίωσης από τον χρόνο, παραμένει μακριά από τους οραματισμούς της εγκατάστασης που η πολιτεία έθετε 20 χρόνια πριν για τη μετατροπή σε υπερτοπικό χώρο πολιτισμού και πρασίνου. Σήμερα παραμένει ελεύθερος χώρος για απόθεση μπαζών από τις γύρω περιοχές, αλλά και καταφύγιο δεκάδων άστεγων.
Λίγα χρόνια πριν τα βιομηχανικά κτήρια γνώρισαν πρόσκαιρες ημέρες δόξας. Όταν στις εγκαταστάσεις στήθηκε ένα εντυπωσιακό σκηνικό που φιλοξένησε την αναπαράσταση μια παλιάς γειτονιάς του Πειραιά της δεκαετίας του `50. Η εικόνα κράτησε όσο να τελειώσουν τα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς «Δέκα» που βασίστηκε στο ημιτελές βιβλίο του  Μ. Καραγάτση.
(Πηγή:ellas2.wordpress.com)

Από το Ναύπλιο του 1911 μέχρι την κρίση του 21ου αιώνα η αμιγώς ελληνική εταιρεία κονσερβών «Kyknos» καταφέρνει όχι μόνο να διατηρήσει την οικονομική της ευρωστία, αλλά να επεκτείνει περαιτέρω και τους ορίζοντές της στο εξωτερικό.
Η κονσερβοποιία ξεκίνησε τις δραστηριότητές της το 1911 σαν μικρό συσκευαστήριο λαχανικών και τοματοπολτού από τους αδελφούς Μιχαήλ και Κωστή Μανουσάκη στην Ασίνη Αργολίδας, ενώ το 1915, κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, συντάχθηκε το καταστατικό της πρώτης στα Βαλκάνια «Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Κονσερβών». Σήμερα, έχοντας συμπληρώσει έναν αιώνα λειτουργίας, η «Kyknos» κατέχει σταθερά ηγετική θέση στην ελληνική αγορά και πραγματοποιεί αξιοσημείωτη εξαγωγική δραστηριότητα.
Με αμείωτο ενδιαφέρον συνεχίζει τις επιχειρηματικές του πτήσεις τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά ο μακροβιότερος «Kyknos», που φέτος συμπληρώνει 103 χρόνια συνεπούς και αδιάλειπτης δραστηριότητας.
Ο λόγος για την ελληνική εταιρεία κονσερβών Kyknos Α.Ε., η οποία αποτελεί μια αμιγώς ελληνική επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην παραγωγή και συσκευασία προϊόντων τομάτας, φρούτων και λαχανικών.
Μολονότι τα πρώτα της βήματα ξεκίνησαν το 1911, σαν μικρό συσκευαστήριο λαχανικών και τοματοπολτού από τους αδελφούς Μιχαήλ και Κωστή Μανουσάκη στην Ασίνη Αργολίδας, καταφέρνει στο διάστημα των χρόνων να τοποθετηθεί στο τραπέζι κάθε ελληνικού νοικοκυριού, κατέχοντας ηγετική θέση, ενώ στις μέρες μας επιχειρεί ακόμη μεγαλύτερη διείσδυση στις διεθνείς αγορές.
Τα πρώτα θεμέλια της σημερινής επιχείρησης μπαίνουν το καλοκαίρι του 1911, όταν ο Μιχαήλ Μανουσάκης, υπηρετώντας ακόμη ως καθηγητής Φυσικής στο Γυμνάσιο Πειραιώς, αποφασίζει μαζί με τον αδερφό του Κωστή Μανουσάκη να παρασκευάσουν, στην Ασίνη Αργολίδας, τα πρώτα 1.000 κουτιά με ολόκληρες τομάτες 1Κg και ένα σημαντικό αριθμό τοματοπολτού σε κουτιά 1/4 kg, όλα εισαχθέντα από το Τύρολο της Αυστρίας.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1914 η παραγωγή ολόκληρων τοματών και μπαμιών αυξήθηκε σε 100.000 κουτιά, με συμμετοχή στην εργασία και της οικογένειας Παπαντωνίου, η οποία είχε χρηματοδοτήσει τη μικρή βιομηχανία με 60.000 δρχ. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 1914, ενώ έχει ξεσπάσει ο Α” Παγκόσμιος Πόλεμος, η εταιρεία εγκαθίσταται σε δικές της εγκαταστάσεις εκεί όπου βρίσκεται η έδρα της εώς και σήμερα στο Ναύπλιο.
Τον Απρίλιο του 1915 συντάσσεται το καταστατικό της «Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Κονσερβών», πρώτης στα Βαλκάνια, με ιδρυτές και πρώτο συμβούλιο τους Μιχαήλ Μανουσάκη, Αθανάσιο Παπαντωνίου, Κωστή Μανουσάκη, Βασίλειο Παπαντωνίου, Ιωάννη Δάρμο.
Με την ίδρυση αυτής της βιομηχανίας ανοίγονται νέοι ορίζοντες επεξεργασίας και συντηρήσης των αγροτικών προϊόντων της αργολικής γης -και μετέπειτα των άλλων περιοχών- τα οποία ως τότε σάπιζαν σε σημαντικό μέρος στα χωράφια. Το 1928 η επιχείρηση προχωρεί στη δημιουργία δεύτερου εργοστασίου στην Αργολίδα, εγκαθιστώντας τους πρώτους ταχυσυμπυκνωτές που εισήχθησαν στην Ελλάδα.Με μια πρωτόγνωρη επένδυση για τα δεδομένα της εποχής, η εταιρεία αγόρασε μηχανήματα από τις ΗΠΑ και ταυτόχρονα επένδυσε στη διαφήμιση. Αποτέλεσμα ήταν τα ράφια των μπακάλικων να γεμίσουν με τον «Πελτέ Κύκνος».

Επεκτάσεις

Η εταιρεία επιβίωσε με δυσκολίες στην Κατοχή, βοηθώντας πολλούς πολίτες που είχαν προβλήματα διαβίωσης, και το 1960 αγοράζει το εργοστάσιο Αργολική, που ήδη λειτουργούσε στην Αργολίδα. Τρία χρόνια αργότερα, το 1963 ιδρύει το τέταρτο εργοστάσιό της στα Σαβάλια Ηλείας και γίνεται αφορμή να δημιουργηθούν εκεί, όπως και στην Αργολίδα, ομοειδείς βιομηχανίες, που αξιοποιούν έκτοτε την τοπική παραγωγή τοματών μέχρι και σήμερα.
Η «επανάσταση» έρχεται το 1965, όταν η επιχείρηση παρήγαγε και διέθεσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη σάλτσα κέτσαπ, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν αποτέλεσε στρατηγικό προμηθευτή παγκοσμίως ισχυρών εταιρειών τροφίμων.
Το 2002-2003 η εταιρεία πραγματοποιεί μετεγκατάσταση της παραγωγικής της δραστηριότητας και του διανεμητικού της κέντρου στον τόπο παραγωγής της πρώτης ύλης, στα Σαβάλια Ηλείας.
Ενώ το 2005 η Ελληνική Εταιρεία Κονσερβών Kyknos, η πρώτη κονσερβοποιία στην Ελλάδα, είναι και η πρώτη εταιρεία μεταποίησης τομάτας που εφάρμοσε, σε συνεργασία με τους γεωργούς-προμηθευτές της, ολοκληρωμένο σύστημα προσέγγισης και διαχείρισης της καλλιέργειας της βιομηχανικής τομάτας.
Στο διάστημα 2006-2007 προχωρεί σε πλήρη ανακαίνιση του εργοστασίου της στην Ηλεία καθώς επεκτείνονται οι κτιριακές εγκαταστάσεις και ανανεώνεται ο μηχανολογικός εξοπλισμός με αγορά νέων υπερσύγχρονων γραμμών παραγωγής. Ενώ το 2010, μολονότι η χώρα μας έχει μπει σε οικονομική ύφεση, η «Kyknos» περιλαμβάνεται στη λίστα με τις υγιέστερες οικονομικά επιχειρήσεις του τόπου (σε έρευνα της ICAP – Strongest Companies in Greece).
Από το 2010 έως σήμερα δίνει έμφαση στη στελέχωση με νέο ανθρώπινο δυναμικό επιστημονικής κατάρτισης σε σημαντικές για την ανάπτυξή της θέσεις εργασίας και βραβεύεται για τις καινοτόμες δράσεις της και την εφαρμογή νέων τεχνολογιών.
  • Το 1911 ξεκινά η ιστορία της Ελληνικής Εταιρείας Κονσερβών Kyknos Α.Ε., η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και συσκευασία προϊόντων τομάτας, φρούτων και λαχανικών.
  • Το 1915, κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, συντάχθηκε το καταστατικό της πρώτης στα Βαλκάνια «Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Κονσερβών».
  • Το 2002-2003 η εταιρεία πραγματο-ποιεί μετεγκατάσταση της παραγωγικής της δραστηριότητας στα Σαβάλια Ηλείας.
  • Η ημερήσια παρα-γωγική δυναμικότητα του εργοστασίου Ηλείας φθάνει τους 2.100 τόνους νωπού προϊόντος.
  • Κατά την παραγωγική περίοδο -μέσα Ιουλίου με μέσα Σεπτεμβρίου- ο αριθμός των εργαζομένων ξεπερνά τα 400 άτομα.
Η «Κύκνος» όχι μόνο δεν επλήγη από την κρίση, αλλά και ατενίζει με μεγαλύτερη αισιοδοξία το μέλλον, αφού μπορεί στην Ελλάδα να προσφέρει τα προϊόντα της σε καλύτερες τιμές απ’ ότι οι αντίστοιχες ξένες.
Όχι τυχαία, το ινστιτούτο ICAP την κατέταξε ανάμεσα στις υγιέστερες οικονομικά επιχειρήσεις στην Ελλάδα
Ο «Kύκνος» απλώνει και άλλο τα φτερά του. Η ζήτηση από το εξωτερικό είναι τόσο μεγάλη που η εταιρεία ανοίγει το ένα εργοστάσιο μετά το άλλο.
Oι αγρότες που συνεργάζονταν με τον «Kύκνο» περηφανεύονταν ότι οι ίδιοι μπορεί να μην είχαν πάει πέρα από την Aθήνα, αλλά οι ντομάτες τους είχαν γυρίσει όλο τον κόσμο!
Τέσσερις γενιές μετά, ο πελτές «Kύκνος» παραμένει η πρώτη επιλογή των Eλλήνων και μία από τις κορυφαίες στους χυμούς ντομάτας.

(Πηγή:fanpage.gr)
Το όνομα «Καρέλια» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον χώρο του καπνού από το 1888, όταν ο Γεώργιος και ο Στάθης Καρέλιας ίδρυσαν την Καπνοβιομηχανία Καρέλια. Από γενιά σε γενιά, η οικογένεια εργάστηκε για την τελειοποίηση των προϊόντων της και την κατάκτηση νέων αγορών, γνωρίζοντας μια ιδιαιτέρως δυναμική και καινοτόμο περίοδο ανάπτυξης. Σήμερα, η καπνοβιομηχανία συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων επιχειρήσεων της Ελλάδας. Τα σήματά της κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερη εκτίμηση, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Φιλοδοξία της επιχείρησης είναι να συνεχίσει την εξέλιξη και την ανάπτυξή της, διατηρώντας τις αρχές περί ποιότητας, εμπιστοσύνης και άρτιας παροχής υπηρεσιών, στη βάση των οποίων οικοδομήθηκε η επιτυχία της.
Στις πρώτες δεκαετίες της λειτουργίας της, οι δραστηριότητες της επιχείρησης ήταν κυρίως τοπικές, μέχρι τη στιγμή που το πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον της χώρας σταθεροποιήθηκε, επιτρέποντας στην Καρέλια να επεκταθεί σε όλη την Ελλάδα. Από το 1950 μέχρι σήμερα, πολλά ήταν τα σήματα της «Καρέλια» που αναδείχθηκαν σε ιδιαιτέρως δημοφιλή, εξασφαλίζοντας ευρύ δίκτυο διανομής και σημαντικό μερίδιο αγοράς σε πανελλαδικό επίπεδο.
Made in Καλαμάτα
Η έδρα της Διοίκησης και η μονάδα παραγωγής εξακολουθούν να βρίσκονται στην Καλαμάτα. Το 1971, η εταιρεία μεταφέρθηκε στις τωρινές της εγκαταστάσεις, συνολικής έκτασης 80.000 τ.μ.
Το τμήμα πωλήσεων και το τμήμα μάρκετινγκ στεγάζονται στο Μέγαρο Καρέλια, στην Αθήνα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, δημιουργείται το σήμα Karelia Lights που έρχεται πρώτο σε πανελλήνια κλίμακα στις πωλήσεις τσιγάρων Lights (ελαφρά). Το 1991-1993 κυκλοφορούν τα σήματα: Royal, Ultra, Earl of Weldon και Karelia Lights 100’s. Από τις αρχές της δεκαετίας του '90, η Καρέλια μετεξελίχθηκε, από ελληνική εταιρεία, σε διεθνή όμιλο που απασχολεί 460 άτομα και που επωφελείται από ένα ισχυρό δίκτυο διανομής για την προώθηση και την ανάπτυξη των σημάτων του σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Το 1991, η εταιρεία υιοθέτησε τη σημερινή της ονομασία, Καπνοβιομηχανία Καρέλια Α.Ε. Το γραφείο της Σόφιας, στη Βουλγαρία, ιδρύθηκε το 1994. Η Meridian Α.Ε., μια εξ ολοκλήρου ιδιόκτητη θυγατρική της «Καρέλια», η οποία δραστηριοποιείται στην τροφοδοσία πλοίων με προϊόντα Duty Free, αποκτήθηκε το 1995. Το 1995, κυκλοφόρησε το σήμα Karelia Slims, κυρίως εντός Ελλάδας, το οποίο στη συνέχεια γνώρισε πρωτοφανή επιτυχία. Την ίδια χρονιά, κυκλοφόρησε και το George Karelias and Sons σε πολυτελή συσκευασία τύπου κασετίνα.
Το 2003, η εταιρεία ίδρυσε τη θυγατρική της στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Karelia Tobacco Company (U.K.) Ltd., για τη διανομή των προϊόντων της στη χώρα. Ενώ, το 2006, κυκλοφόρησε το στριφτό καπνό George Karelias and Sons Roll Your Own (RYO), το οποίο γρήγορα κατέκτησε ένα σημαντικό μερίδιο στην ελληνική αγορά.
Η επέκταση συνεχίζεται και το 2008, η Καρέλια ίδρυσε μια θυγατρική εταιρεία στην Τουρκία, την Karelia Tutun ve Ticaret A.S. Την ίδια χρονιά, η Καρέλια απέκτησε από την Altadis S.A., το σήμα πούρων Backwoods, ειδικά για την ελληνική αγορά και τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών της χώρας. Το 2010, κυκλοφόρησε το Ome, σήμα στην κατηγορία superslims με αξιολογότατη εξέλιξη στις πωλήσεις της εταιρείας εντός Ε.Ε., ενώ το 2012 κυκλοφόρησε τα νέα George Karelias and Sons Soft Packs.
success story
  • Η εταιρεία κατέχει το 0,32% της παγκόσμιας κατανάλωσης με παρουσία σε 65 και πλέον χώρες του κόσμου.
  • Το 1971 η εταιρεία μεταφέρθηκε στις τωρινές της εγκαταστάσεις, συνολικής έκτασης 80.000 τ.μ.
  • Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, δημιουργείται το Karelia Lights, που έρχεται πρώτο σε πανελλήνια κλίμακα στις πωλήσεις Lights.
  • Από τις αρχές του '90, η «Καρέλια» μετεξελίχθηκε από ελληνική εταιρεία, σε διεθνή όμιλο που απασχολεί 460 άτομα.
  • Το 2010 κυκλοφόρησε το Ome με αξιόλογη εξέλιξη σε πωλήσεις εντός Ε.Ε., ενώ το 2012 κυκλοφόρησε τα νέα George Karelias and Sons Soft Packs.
(Πηγή: www.imerisia.gr)
1920 
Συστήνεται από έξι επιχειρηματίες (Μελέτιος Δ. Γκιόκας, Χαράλαμπος Δ. Μαυρειδόπουλος, Κωνσταντίνος Γ. Ευγενειάδης, Αριστοτέλης Μακρής, Πολύδωρος Χ. Γεωργόπουλος, Σταύρος Π. Σταυρής) η Ετερόρρυθμος Εταιρεία «Αριστοτέλης Κ. Μακρής και Σία Ελληνική Βιομηχανική Εταιρία Ελαιουργικών Επιχειρήσεων» με το διακριτικό τίτλο «ΕΛΑΪΣ».

1920-1931
Επέκταση του σπορελαιουργείου της εταιρείας που έχει πλέον συνολική δυναμικότητα 525 τόννων ελαιοσπόρων το μήνα.
Εγκατάσταση εξευγενισμού ελαίων μηνιαίας δυναμικότητας 125 τόννων.
Αίτηση της ΕΛΑΪΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας για τη χορήγηση αδείας βιομηχανικού και εμπορικού σήματος με τη λέξη «ΦΥΤΙΝΗ».

1932
Η επιχείρηση μετατρέπεται σε Ανώνυμη Εταιρεία με μετοχικό κεφάλαιο 10.000.000 δρχ.
1933 
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αποδέκτης δειγμάτων των προϊόντων της ΕΛΑΪΣ, εκφράζει με ιδιόχειρη επιστολή του προς το Διοικητικό της Συμβούλιο τις ευχαριστίες του και το θαυμασμό του για την οργανωτική τελειότητα της παραγωγικής διαδικασίας της επιχείρησης που τη θεωρεί ως σημαντικό οικονομικό παράγοντα της χώρας.

1932-1944 
Το Μεσοπόλεμο στην ΕΛΑΪΣ Α.Ε. βρίσκουν δουλειά, τροφή, περίθαλψη και κατοικία πρόσφυγες διωγμένοι από τη Μικρά Ασία και με τη σκληρή εργασία τους στηρίζουν την επέκταση και ανάπτυξη της εταιρείας.
Η «ΦΥΤΙΝΗ» κυκλοφορεί για πρώτη φορά.

1936
Καταργείται πλήρως το μονοπώλιο της υδρογόνωσης των πάσης φύσεως ελαίων και η ΕΛΑΪΣ αποκτά και αυτή τη σχετική άδεια από το Υπουργείο Βιομηχανίας. Υπό την επίβλεψη του μηχανικού Γεράσιμου Δρακάτου αρχίζουν οι εργασίες των προγραμματισθέντων κτιριακών επεκτάσεων και βελτιώσεων που αλλάζουν οριστικά την παλαιά δομή και την εξωτερική όψη του εργοστασίου. Με τις εγκαταστάσεις αυτές μεγαλώνουν οι χώροι των διοικητικών υπηρεσιών και δημιουργείται το νέο χημικό εργαστήριο στον πρώτο όροφο του κτιρίου. Στο χώρο της παραγωγής διπλασιάζεται ο διαθέσιμος χώρος του εξευγενισμού και οικοδομούνται πολλά νέα τμήματα και χώροι φύλαξης βοηθητικών υλικών. Στην Έκθεση Εμπορίου και Βιομηχανίας, που γίνεται στο Ζάππειο Μέγαρο, παίρνει μέρος και η ΕΛΑΪΣ με περίπτερο του οποίου την καλλιτεχνική επιμέλεια αναλαμβάνει ο ζωγράφος Νίκος Καστανάκης.

1940, 28 Οκτωβρίου
Το Υπουργείο Στρατιωτικών επιτάσσει όλα τα βιομηχανικά εργοστάσια που χρησιμεύουν για τη στήριξη του στρατού. Μεταξύ αυτών και η ΕΛΑΪΣ Α.Ε. Επιτάσσονται επίσης τα δύο αυτοκίνητα του εργοστασίου και επιστρατεύεται το σύνολο σχεδόν του νεότερου προσωπικού της επιχείρησης για το μέτωπο.
1941
Η παραγωγή υδρογόνου ενδιαφέρει τις δυνάμεις κατοχής που πιέζουν την εταιρεία να συνεργαστεί μαζί τους. Το Δ.Σ. της ΕΛΑΪΣ Α.Ε. αποφασίζει την αχρήστευση των εγκαταστάσεων υδρογόνωσης ώστε να μην είναι δυνατή η άσκηση πίεσης από τις κατοχικές δυνάμεις.

26 Φεβρουαρίου
Εισάγεται για διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών η μετοχή της ΕΛΑΪΣ Α.Ε. με αρχική αξία 1.025 δρχ.

1944, 11 Ιανουαρίου
Ο μεγάλος βομβαρδισμός του Πειραιά από τους συμμάχους που κατέστρεψε την πόλη αφήνοντας πίσω του αμέτρητους νεκρούς, πλήττει και την ΕΛΑΪΣ. Τρεις ισχυρές βόμβες των 500 Lbs. πλήττουν το εργοστάσιο. Μία καταστρέφει το τμήμα σπορελαίων και κατεργασίας βαμβακόσπορου και μία πέφτει πάνω σε εργατική κατοικία, ευτυχώς δίχως θύματα.

1947 
Η ΕΛΑΪΣ και ο Αρ. Μακρής προσωπικά, αφοσιώνονται στην παραγωγή του πρωτοποριακού προϊόντος ΒΙΤΑΜ που γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό από την αγορά.

1950 
Η ΕΛΑΪΣ παράγει στο νέο τμήμα παρασκευής και συσκευασίας, το τυποποιημένο ελαιόλαδο «ΕΛΑΪΣ», το οποίο και προωθεί με έντυπη διαφήμιση.

1960-1968 
Επέκταση και εκσυγχρονισμός των τμημάτων: εξευγενισμού ελαίων, υδρογόνωσης, παραγωγής και συσκευασίας μαργαρινών, παραγωγής και συσκευασίας μαγειρικών λιπών και παραγωγής και συσκευασίας τυποποιημένων ελαιολάδων. Εγκατάσταση αποθήκευσης ακατέργαστων ελαίων στο κεντρικό εργοστάσιο με δυναμικότητα 650 τόννων και στο παράρτημα της Αγίας Άννης με δυναμικότητα 2.400 τόννων.

1961 
Το φθινόπωρο, ο Β. Μελάς καλεί το προσωπικό της εταιρείας και του ανακοινώνει ότι το Δ.Σ. αποφάσισε για το συμφέρον της ίδιας αλλά και του προσωπικού της, ενόψει του ανταγωνισμού της Ε.Ο.Κ., να προχωρήσει σε σύμβαση στρατηγικής συνεργασίας με την πολυεθνική εταιρεία UNILEVER N.V.

(Πηγή:old-elais.servers.mediacdn.com/unilever)